Για χρόνια, η κυβερνητική γραμμή στο σκάνδαλο των υποκλοπών ήταν η ίδια μονότονη κασέτα: «η υπόθεση είναι στη Δικαιοσύνη», «είναι θέμα μεταξύ ιδιωτών», «δεν προκύπτει κρατική εμπλοκή». Τώρα όμως, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, η κασέτα τρώει εμπλοκή. Και εκεί που θα αρκούσε μια καθαρή κουβέντα, μια ευθεία πολιτική διάψευση, το Μαξίμου επιλέγει ξανά το μισόλογο, την υπεκφυγή και το θολό τοπίο.
Ο Παύλος Μαρινάκης, στο πόντιουμ του κυβερνητικού εκπροσώπου, δεν εμφανίστηκε απλώς αμήχανος. Παρέδωσε κανονικό σεμινάριο αποφυγής, περιστροφής και πολιτικής άμυνας. Όχι για το πώς απαντά μια εξουσία όταν είναι καθαρή, αλλά για το πώς κρύβεται όταν δεν τολμά να πει τη μία φράση που θα έκλεινε τη συζήτηση: «κανένα νυν ή πρώην κυβερνητικό στέλεχος δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση».
Η μία φράση που δεν ειπώθηκε ποτέ
Αν πράγματι δεν υπάρχει κανένα πολιτικό πρόσωπο, κανένα νυν ή πρώην κυβερνητικό στέλεχος, κανένας κρατικός κρίκος σε αυτή την αλυσίδα, τότε γιατί δεν το λένε καθαρά;
Όχι γενικόλογα.
Όχι με παραπομπές.
Όχι με νομικά τεχνάσματα.
Όχι με το γνωστό «έχει απαντήσει η Δικαιοσύνη».
Μια κυβέρνηση που είναι βέβαιη για την αθωότητά της μιλάει καθαρά. Δεν κρύβεται πίσω από διατάξεις, δεν παίζει με τις λέξεις, δεν σηκώνει τείχος από νομικίστικες φόρμουλες. Βγαίνει και λέει: «Δεν υπάρχει καμία σχέση. Τέλος».
Από τη στιγμή που αυτό δεν ειπώθηκε, το πολιτικό συμπέρασμα είναι αμείλικτο:
ή δεν μπορούν να το πουν,
ή δεν τολμούν να το πουν,
ή ξέρουν ότι αν το πουν, μπορεί αύριο να τους διαψεύσει η πραγματικότητα.
Από το “ιδιώτες” στο πολιτικό βάλτωμα
Επί μήνες, η υπόθεση σερβιριζόταν με την ίδια συνταγή απονέκρωσης: οι παρακολουθήσεις έγιναν «ιδιωτική υπόθεση», το Predator βαφτίστηκε περίπου εμπορικό προϊόν άγνωστης χρήσης, και κάθε νέα αποκάλυψη έπεφτε μέσα στον λάκκο της φράσης «η Δικαιοσύνη ερευνά».
Μόνο που η κοινωνία δεν ρωτά πια το ίδιο πράγμα.
Δεν ρωτά αν υπάρχει μια βολική εισαγγελική ερμηνεία.
Ρωτά κάτι απλούστερο και πιο θανατηφόρο πολιτικά:
- ποιος ήξερε,
- ποιος κάλυπτε,
- ποιος συνδεόταν,
- ποιος συναντιόταν με ποιον,
- ποιος έλεγε ψέματα δημοσίως,
- και ποιος σήμερα συνεχίζει να παριστάνει ότι δεν καταλαβαίνει.
Όταν η εξουσία απαντά σε πολιτικά ερωτήματα με δικανική σκόνη, δεν καθαρίζει το τοπίο. Το βουλώνει. Και όταν το βουλώνει, η καχυποψία θεριεύει.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ως ασπίδα καπνού
Ο ρόλος του κυβερνητικού εκπροσώπου δεν είναι να ενημερώνει μόνο. Είναι να απορροφά το κόστος, να κερδίζει χρόνο, να μπερδεύει το πεδίο, να κόβει τη φόρα της ερώτησης και να προστατεύει το πολιτικό κέντρο από την ευθεία βολή.
Αυτό ακριβώς είδαμε.
Όχι ενημέρωση.
Όχι αποσαφήνιση.
Όχι λογοδοσία.
Είδαμε τον κλασικό μηχανισμό εξουσίας σε πλήρη λειτουργία:
να διαβάζει χαρτιά,
να μετατοπίζει το θέμα,
να επικαλείται θεσμούς επιλεκτικά,
να εκνευρίζεται όταν στριμώχνεται,
να ειρωνεύεται τον ερωτώντα,
να προσπαθεί να πείσει ότι πρόβλημα δεν είναι η απάντηση που δεν δόθηκε, αλλά η ερώτηση που τέθηκε.
Αυτό όμως δεν είναι ένδειξη ισχύος. Είναι σημάδι πίεσης.
Γιατί όταν έχεις καθαρή αλήθεια, δεν χρειάζεσαι θεατρικές ασκήσεις αποφυγής.
Χρειάζεσαι μία πρόταση.
Και αυτοί ούτε αυτή δεν μπόρεσαν να πουν.
Στην πολιτική, πολλές φορές η πιο αποκαλυπτική απάντηση είναι αυτή που δεν δίνεται. Και στο σκάνδαλο των υποκλοπών, το πιο βαρύ στοιχείο δεν είναι μόνο όσα λέγονται. Είναι αυτό που η κυβέρνηση αποφεύγει λυσσαλέα να ξεστομίσει:
αν ήταν πράγματι αθώα, θα το έλεγε καθαρά. Αφού δεν το λέει, αφήνει μόνη της ανοιχτή την πιο σκοτεινή υποψία.

