Η «παγίδα του Θουκυδίδη» δεν είναι φιλολογική αναφορά. Είναι η ακτινογραφία του φόβου που γεννά τους μεγάλους πολέμους.
Όταν η Κίνα πιάνει στο στόμα της τον Θουκυδίδη, δεν τον πιάνει για στολίδι.
Τον πιάνει σαν καυτό σίδερο.
Γιατί μέσα σε εκείνη τη φράση, την περίφημη «παγίδα του Θουκυδίδη», δεν υπάρχει απλώς ένα μάθημα ιστορίας. Υπάρχει κάτι βαθύτερο, σκοτεινότερο, πιο επικίνδυνο: το αιώνιο ζώο της ισχύος.
Η δύναμη που ανεβαίνει.
Η δύναμη που φοβάται.
Και ανάμεσά τους ο κόσμος, σαν μικρό καράβι ανάμεσα στις Συμπληγάδες.
Η Αθήνα ανέβαινε. Η Σπάρτη τρόμαξε. Και από τον τρόμο της γεννήθηκε ο πόλεμος. Όχι από τη λογική. Όχι από τη δικαιοσύνη. Όχι από κάποια αναπόφευκτη ιστορική νομοτέλεια. Από τον φόβο.
Αυτό διαβάζει σήμερα η Κίνα στον Έλληνα ιστορικό: ότι οι αυτοκρατορίες δεν καταστρέφονται μόνο όταν τις χτυπήσει ο εχθρός. Κυρίως καταστρέφονται όταν αρχίζουν να βλέπουν στο πρόσωπο του άλλου το τέλος του εαυτού τους.
Η Κίνα δεν θυμάται τον Θουκυδίδη για να τιμήσει την Ελλάδα. Τον θυμάται για να κοιτάξει την Αμερική κατάματα και να της πει: πρόσεχε. Μη με κάνεις δικό σου φόβο. Μη με μετατρέψεις σε καθρέφτη της παρακμής σου. Γιατί τότε δεν θα έχουμε πια πολιτική. Θα έχουμε μοίρα.
Και η μοίρα, όταν μπαίνει ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, δεν φορά χιτώνα τραγωδίας. Φορά στόλους, μικροτσίπ, δορυφόρους, βάσεις, θάλασσες, νομίσματα και πυρηνικά.
Ο παλιός πόλεμος των ελληνικών πόλεων επιστρέφει σήμερα όχι με τριήρεις, αλλά με αόρατα νεύρα που ζώνουν τη γη: τεχνολογία, ενέργεια, εμπόριο, θαλάσσιες οδοί, τεχνητή νοημοσύνη, στρατιωτικές συμμαχίες, οικονομικοί αποκλεισμοί.
Και ο Θουκυδίδης, νεκρός τόσους αιώνες, στέκεται πάλι εκεί.
Όχι σαν άγαλμα.
Σαν ακτινογραφία του φόβου.
Και εμείς;
Εμείς ακούμε το όνομα του Θουκυδίδη να περνά από το Πεκίνο στην Ουάσιγκτον και στεκόμαστε αμήχανοι, σαν παιδιά που ξέχασαν τη φωνή του πατέρα τους.
Άλλοι παίρνουν τα δικά μας «νεκρά κείμενα» και τα κάνουν όργανα για να μετρήσουν αν ο κόσμος θα ζήσει ή θα καεί. Κι εμείς συχνά τα κρατάμε σαν σχολική σκόνη, σαν παλιά κορνίζα, σαν οικογενειακό πένθος χωρίς πρόσωπο.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ντροπή.
Δεν είναι μόνο ότι χάσαμε τη δύναμη. Είναι ότι χάσαμε την επαφή με το ίδιο το νόημα που γέννησε η γλώσσα μας.
Γιατί ο Θουκυδίδης δεν λέει απλώς τι έγινε τότε.
Λέει τι γίνεται πάντα.
Όταν η δύναμη χάσει το μέτρο της, γεννά φόβο.
Όταν ο φόβος γίνει νόμος, γεννά πόλεμο.
Κι όταν ο πόλεμος αρχίσει, η ιστορία δεν ζητά εξηγήσεις.
Μετράει σώματα.

