Δεν μιλάμε για ζωή με άνεση. Μιλάμε για τη στοιχειώδη επιβίωση ενός ανθρώπου που δουλεύει, πληρώνει, μετακινείται και στο τέλος του μήνα δεν του μένει χώρος ούτε για ανάσα. Κι όμως, αυτό παρουσιάζεται πια σαν “κανονικότητα”.
Ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας
450 ευρώ ενοίκιο.
120 ευρώ ρεύμα.
120 ευρώ θέρμανση.
180 ευρώ βενζίνη.
50 ευρώ τηλέφωνα και ίντερνετ.
80 ευρώ ασφάλεια και service αυτοκινήτου.
540 ευρώ για τρία στοιχειώδη γεύματα την ημέρα.
150 ευρώ σούπερ μάρκετ.
Ο λογαριασμός φτάνει περίπου στα 1.700 ευρώ τον μήνα. Όχι για διασκέδαση. Όχι για ποιότητα ζωής. Όχι για πολυτέλειες. Αλλά για να μπορείς απλώς να σταθείς όρθιος, να πας στη δουλειά σου και να επιστρέψεις σπίτι χωρίς να έχει διαλυθεί εντελώς η καθημερινότητά σου.
Και ακόμη κι αυτό, για χιλιάδες ανθρώπους, γίνεται πλέον άθλος.
Δεν λείπουν τα περιττά — λείπουν τα αυτονόητα
Από αυτόν τον πρόχειρο αλλά αποκαλυπτικό υπολογισμό λείπουν σχεδόν τα πάντα που κάνουν μια ζωή ανθρώπινη.
Δεν έχεις ντυθεί.
Δεν έχεις πάρει καφέ στο χέρι.
Δεν έχεις βγει για ένα ποτό ή ένα σινεμά.
Δεν έχεις αγοράσει ένα βιβλίο.
Δεν έχεις πάρει ένα δώρο σε έναν δικό σου άνθρωπο.
Δεν έχεις περάσει από γιατρό ή φαρμακείο.
Δεν έχεις φύγει ούτε μία μέρα διακοπές.
Και το πιο σκληρό; Δεν έχουν καν μπει στο κάδρο τα παιδιά, τα κατοικίδια, τα έκτακτα έξοδα, οι σπουδές, οι στόχοι, οι μικρές χαρές, η προσωπική εξέλιξη. Δεν έχει μπει, δηλαδή, η ίδια η ζωή.
Έχει μπει μόνο η υποχρέωση να επιβιώσεις μέχρι τον επόμενο μήνα.
Μια κοινωνία εξαντλημένη και μια εξουσία αυτάρεσκη
Κάπου εδώ τελειώνουν και τα ψέματα.
Όταν χρειάζεσαι σχεδόν ολόκληρο εισόδημα μόνο και μόνο για τα βασικά, τότε δεν υπάρχει “ανάπτυξη” που να σε αφορά. Δεν υπάρχει “βελτίωση” που να τη νιώθεις. Δεν υπάρχει “κανονικότητα” που να μην είναι προσβολή.
Και ο πολίτης ακούει ξανά τις ίδιες υποσχέσεις, τα ίδια συνθήματα, τις ίδιες στημένες διαβεβαιώσεις από ένα πολιτικό σύστημα που έχει αποδείξει ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δική του αναπαραγωγή παρά για την κοινωνική πραγματικότητα.
Για τους λογαριασμούς των ισχυρών βρίσκονται πάντα λύσεις.
Για τους λογαριασμούς των πολιτών, περισσεύει μόνο η υπομονή ως συμβουλή και η προπαγάνδα ως παρηγοριά.
Ας σταματήσουν, λοιπόν, να μας κουνάνε το δάχτυλο για τα “ενδεικτικά νούμερα”. Το πρόβλημα δεν είναι αν λείπουν 20 ή 50 ευρώ από τον υπολογισμό. Το πρόβλημα είναι ότι η εργασία δεν εξασφαλίζει πια ζωή με αξιοπρέπεια, αλλά μια μόνιμη κατάσταση οικονομικής ασφυξίας.
Και μια κοινωνία που δουλεύει μόνο για να πληρώνει, δεν ζει.
Απλώς φθείρεται.

