Ο Γιάννης Ξάνθος γεννημένος στο Δεκελί της Σμύρνης ήρθε προσφυγόπουλο στη Χαλκίδα. Βιοπαλαιστής από παιδί, έγραφε και στίχους. Στιλβωτής ή υποδηματοκαθαριστής ή λούστρος η δουλειά του. Το πρώτο του κασελάκι βάφτισε «Το φυντανάκι», όταν έγινε δέκα-δώδεκα χρονών άλλαξε σε «Αλανάκι» και όταν πήρε λίγα, ακόμα, χρόνια το σφράγισε σε «Μοιραίο».Ο Ξάνθος περιγράφει στο Δημ. Δεμερτζή την συνάντησή του με τον Μενέλαο Λουντέμη (Κων/πολη 1915 – Αθήνα 1976), τον εξόριστο λογοτέχνη που «προσπάθησε να εκφράσει τη θλιβερή εμπειρία του κατατρεγμένου προλετάριου με ένα λυρισμό που συχνά δεν αντέχει στο βάρος της κοινωνικής διαμαρτυρίας» (Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα (Οδυσσέας) 1989, 390).
«Τον Μενέλαο Λουντέμη τον γνώρισα τυχαία. ΄Ηταν αρχές του Φλεβάρη 1933 στη Χαλκίδα. Καθόμουν με το κασελάκι μου κάτω απ’ το πεύκο της Αγοράς και με χαιρετά άγνωστο πρόσωπο.
-Μιά παράκληση, μού λεει.
-Ορίστε, τι Θέλετε;
-Είμαι ξένος, μια υποστήριξη θέλω, μια δουλειά, ξέρω γράμματα…
-Εγώ δεν μπορώ να σε υποστηρίξω. Το μόνο που μπορώ είναι να σού ετοιμάσω ένα κασελάκι με βούρτσες και βερνίκια για να βγάζεις το ψωμί σου.
– Θα μού το δώσεις; Το είπε με λαχτάρα.
-Έλα αύριο το πρωί και θα τόχεις.
Με ευχαρίστησε κι έφυγε. Την άλλη μέρα ήρθε, το πήρε κι εργάστηκε τρεις μήνες. Κοιμόταν στο παλιό φρούριο, του Καράμπαμπα. ΄Υστερα, λοιπόν, από τρεις μήνες ήρθε και μας χαιρέτησε, μούδωσε και το κασελάκι και χάθηκε για ένα χρόνο! Το 1934, αρχές καλοκαιριού, έρχεται και μού ζητά και πάλι το κασελάκι, με τη διαφορά μού είπε πως θα πάει στην Αιδηψό. Το ετοίμασα, τού έβγαλα τα εισιτήρια, έφυγε και χάθηκε πάλι. Μετά το τέλος του καλοκαιριού ήρθε, μού δίνει το κασελάκι και λέει:
– Δε θα ξανάρθω στη Χαλκίδα, αλλά δε θα σε ξεχάσω. Μόνο τα βουνά δε σμίγουνε, μπορεί να ξανασυναντηθούμε.
Χαιρέτησε όλους στην Αγορά, ιδιαίτερα εμένα:
– Γεια σου, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ!
Βγάλαμε και μια φωτογραφία όλοι μαζί οι συνάδελφοι. Έγραψε ένα αυτόγραφο πίσω από κάθε φωτογραφία. Από τότε δεν τον ξανάδα» (Προοδ. Εύβοια», αρ. φλ. 5 (3.12.1974)· 862 (25.2.93), 5,
.
Στο αυτόγραφό του λέει: «Στους αγαπητούς μου συναδέλφους που μοιράστηκα τις πίκρες τους, δυο μήνες του καλοκαιριού 1933. Μενέλαος.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΥΤΑΚΗΣ
ΓΕΦΥΡΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ: Οι λούστροι της Χαλκίδας και ο Μενέλαος Λουντέμης
