Και ξαφνικά, εκεί που —υποτίθεται— τα έχουμε όλα λυμένα, μας προέκυψε το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Όχι ως χώρος μνήμης και σεβασμού, αλλά ως άλλοθι για την παταγώδη αποτυχία μας να λειτουργήσουμε ως κανονικό κράτος· ένα κράτος ελεύθερο από κομματικές εξαρτήσεις, οικονομικές πιέσεις και πολιτικούς προστάτες.
Ζούμε σε μια χώρα εγκλωβισμένη ανάμεσα σε «οπεκεπέδες», εθνικούς φραπέδες και σωτήρες της μιας μέρας. Σε μια κοινωνία που έχει αντικαταστήσει την ευθύνη με την εικόνα, και την αλήθεια με το φίλτρο. Οι πολιτικοί μας, με τα πειραγμένα πρόσωπα και τα παγωμένα χαμόγελα, μοιάζουν να έχουν ξεχάσει ότι το πρόσωπο του πολιτικού πρέπει να καθρεφτίζει την αλήθεια του· να είναι στιβαρό, ανθρώπινο, αντικειμενικό — στην υπηρεσία του πολίτη, όχι της εξουσίας.
Κι ενώ όλα αυτά μας απασχολούν φευγαλέα, στα «ψιλά» των ειδήσεων περνά η πιο εφιαλτική πραγματικότητα: εκατοντάδες ανήλικοι συλλαμβάνονται υπό την επήρεια αλκοόλ· κάποιοι από αυτούς χάνουν τη ζωή τους. Λες και μας περισσεύουν οι νέοι σ’ αυτή τη χώρα. Λες και η νεότητα είναι αναλώσιμη, όπως και η συνείδηση.
Ποιος θα λογοδοτήσει; Ποιος θα αναλάβει την ευθύνη για μια κοινωνία που γερνάει όχι μόνο δημογραφικά, αλλά και ηθικά;
Όχι, δεν βαδίζουμε καλά. Και όσο κι αν προσπαθούμε να στήσουμε αγάλματα για να τιμήσουμε το παρελθόν, η πραγματική μας ήττα βρίσκεται στο παρόν — στη σιωπή, στην αδιαφορία, στην αποξένωση.
Νιόνιο, μας λείπεις ήδη. Όχι μόνο για τα τραγούδια σου, αλλά για εκείνη τη φωνή που κάποτε μάς ταρακουνούσε. Γιατί σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχουμε ανάγκη να ξαναθυμηθούμε πώς είναι να νιώθεις Πολίτης.

