Ένα παιδί δεν ξυπνάει ξαφνικά μια μέρα και γίνεται βίαιο. Δεν μεταμορφώνεται, μέσα σε μια νύχτα, από «καλό παιδί» σε εκείνον που κλωτσάει έναν άνθρωπο στο πεζοδρόμιο, βασανίζει ένα ζώο ή προσβάλλει βάναυσα ένα κορίτσι. Η διαδρομή είναι μακρά και γεμάτη μικρές, καθημερινές παραλείψεις και δικαιολογίες που, αθροιστικά, χτίζουν έναν μελλοντικό θύτη.
Αυτήν ακριβώς τη διαδρομή φωτίζει ένα κείμενο που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο και άγγιξε πολλούς γονείς και εκπαιδευτικούς. Δεν είναι μια ακόμη «έκθεση ιδεών». Είναι ένας καθρέφτης που στρέφεται προς τον γονιό – κυρίως προς τον πατέρα – ο οποίος καμαρώνει για τη «μαγκιά» των παιδιών του, μέχρι τη στιγμή που μπροστά του βρίσκεται ο νόμος.
Από τη γλάστρα στην κλοτσιά
Η αφήγηση ξεκινά από κάτι που πολλοί θα χαρακτήριζαν «αθώο». Δύο–τριών ετών παιδιά σε μια καφετέρια μαδάνε τη γλάστρα, σκορπούν χώματα παντού. Ο γονιός δεν παρεμβαίνει· σκέφτεται ότι «έτσι θα απασχοληθούν λίγο ακόμη». Όταν ο σερβιτόρος δοκιμάζει ευγενικά να τα συνετίσει, εκείνος εξοργίζεται: «τι ανακατεύεσαι με ξένα παιδιά;».
Λίγο αργότερα, στην παραλία, τα ίδια παιδιά πετούν πετρούλες προς την κατεύθυνση μιας γυναίκας. Εκείνη ενοχλείται, κάνει μια παρατήρηση. Ο γονιός δεν βλέπει κανένα πρόβλημα στη συμπεριφορά των παιδιών, αλλά ενοχλείται από την «κακομαθημένη» ενήλικη που «δεν καταλαβαίνει από παιδιά». Το μήνυμα προς τα παιδιά είναι σαφές: μπορείς να ενοχλείς, να παραβιάζεις τον χώρο του άλλου, και η πλευρά σου θα καλυφθεί.
Στο πάρκο, ένα παιδί αρπάζει το φτυαράκι από άλλο παιδάκι. Ο γονιός κάνει πως δεν βλέπει – ίσως και να καμαρώνει που το παιδί του είναι «διεκδικητικό». Όταν το άλλο παιδί αντιδρά και δέχεται χτύπημα με το ίδιο το φτυαράκι, το περιστατικό περνά χωρίς ουσιαστική συνέπεια ή συζήτηση. Εκεί αρχίζει να εμπεδώνεται η ιδέα: «έχω δικαίωμα να επιβάλλομαι».
«Να μη γίνει φλώρος»: Όταν η βία γίνεται μάθημα
Στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό, το άτυπο «μάθημα» συνεχίζεται και αποκτά πιο σαφή μορφή. Ο πατέρας συμβουλεύει τα παιδιά του να ρίχνουν «καμιά ψιλή, αν χρειαστεί», για να μην γίνουν «φλώροι». Οι εκπαιδευτικοί που προσπαθούν να θέσουν όρια αντιμετωπίζονται ως υπερβολικοί, «κολλημένοι», «έχοντες βάλει στο μάτι το παιδί».
Όταν ένα παιδί καταστρέφει σχολικά υλικά και ζητείται από τους γονείς να τα αντικαταστήσουν, η αντίδραση περιορίζεται σε ένα χάδι, ένα παγωτό, μια διαβεβαίωση ότι «δεν πειράζει». Αυτό που δεν ακούγεται ποτέ είναι η λέξη «ευθύνη». Το παιδί μαθαίνει ότι, ό,τι κι αν κάνει, κάποιος θα το καλύψει, θα το δικαιολογήσει, θα μεταθέσει την ευθύνη αλλού.
Σε μεγαλύτερη ηλικία, η επιθετικότητα αποκτά συγκεκριμένους στόχους. Στο δημοτικό, μια ομάδα παιδιών διώχνει από το παιχνίδι ένα παιδί με αναπηρία, το κοροϊδεύει, πετά την τσάντα του. Όταν ο διευθυντής ενημερώνει τους γονείς, εκείνοι αντί να ντραπούν, καμαρώνουν που τα παιδιά τους «είναι σκληρά» και «δεν μασάνε». Το θύμα παρουσιάζεται ως υπερευαίσθητο, «χωρίς δυναμικό χαρακτήρα».
Έτσι χτίζεται μια κουλτούρα περιφρόνησης προς τον αδύναμο και θαυμασμού προς τον επιθετικό. Η εν empάθεια δεν έχει θέση σε αυτό το μοντέλο ανατροφής.
Από το «νταηλίκι» στον σεξουαλικό εξευτελισμό
Στην εφηβεία, η ίδια λογική παίρνει πιο σκοτεινές διαστάσεις. Ένα ανεπτυγμένο κορίτσι γίνεται το επίκεντρο της προσοχής στην τάξη. Ο πατέρας συμβουλεύει τον γιο του ότι «οι γυναίκες θέλουν και λίγο νταηλίκι». Η ιδέα ότι η επιθετικότητα και η πίεση είναι αποδεκτοί τρόποι «φλερτ» έχει ήδη περάσει στο παιδί μέσα από χρόνια πρότυπα.
Ακολουθεί σεξουαλική παρενόχληση, πίεση σε κλειστούς χώρους, φωτογραφίες που διακινούνται χωρίς συναίνεση μέσα στην τάξη. Όταν οι γονείς του κοριτσιού αντιδρούν, βρίσκονται απέναντι σε μια γνωστή δικαιολογία: «έτσι είναι τα αγόρια, γεμάτα ορμόνες, άγουρα, ανώριμα». Αντί για συγγνώμη και ανάληψη ευθύνης, προκύπτει ένα ακόμη μήνυμα ενοχοποίησης του θύματος: «να μάθει να μην προκαλεί».
Μέχρι αυτό το σημείο, η κοινωνία συχνά επιχειρεί να χωρέσει τα πάντα στη φράση «παιδιά είναι». Όμως εδώ δεν μιλάμε για απλή «ζωηράδα». Μιλάμε για σεξουαλική βία, για διασυρμό, για πράξεις με πολύ συγκεκριμένο ψυχικό και νομικό βάρος.
Όταν απέναντι στέκεται ο νόμος
Η αφήγηση καταλήγει εκεί όπου, αργά ή γρήγορα, οδηγεί αυτή η πορεία: στη σύγκρουση με τον νόμο. Όσο τα παιδιά είναι μικρά, απέναντί τους βρίσκουν «έναν κακομοίρη σερβιτόρο», «μια αυστηρή δασκάλα», «έναν αδύναμο διευθυντή». Όταν όμως μεγαλώσουν, απέναντί τους βρίσκονται αστυνομικοί, δικαστές, ποινικά μητρώα.
Αν μέχρι τότε ο γονιός τους έχει μάθει ότι «νόμοι δεν υπάρχουν πραγματικά», ότι εκείνος μπορεί πάντα να μεσολαβεί, να δικαιολογεί, να απειλεί τους άλλους, η σύγκρουση με την πραγματικότητα είναι σκληρή. Οι χειροπέδες στα χέρια του παιδιού δεν μπαίνουν ξαφνικά. Είναι το τελευταίο στάδιο μιας πορείας στην οποία ο γονιός είχε εγκαίρως, αλλά δεν θέλησε να παρέμβει.
Η φωνή όσων παλεύουν για ένα άλλο μέλλον
Στο τελικό μέρος αυτής της ιστορίας, ο αφηγητής μιλά σε πρώτο πρόσωπο ως κάποιος που πήρε κάποτε αυτό το παιδί στα χέρια του. Ως εκπαιδευτικός, παιδαγωγός, άνθρωπος που προσπάθησε να διασώσει την αθωότητά του. Να το διδάξει σεβασμό, όρια, ενσυναίσθηση. Κάθε προσπάθεια όμως συναντούσε τον «τοίχο» του γονιού που ακύρωνε, ειρωνευόταν, αναιρούσε μπροστά στο παιδί ό,τι είχε χτιστεί με κόπο στην τάξη ή στην αυλή.
Ο θυμός που εκφράζεται δεν είναι προσωπική εμπάθεια. Είναι η φωνή μιας ολόκληρης κατηγορίας ανθρώπων – εκπαιδευτικών, συμβούλων, ειδικών ψυχικής υγείας – που βλέπουν καθημερινά παιδιά να χάνουν τον δρόμο τους, όχι επειδή «γεννήθηκαν κακά», αλλά επειδή κανείς δεν τους έμαθε να λογοδοτούν.
Το μήνυμα είναι σκληρό, αλλά δίκαιο: «Μην αναρωτηθείς γιατί. Μην ζητήσεις τα ρέστα. Είχες φορέσει χειροπέδες στο παιδί σου, πολύ πριν του τις φορέσει ο νόμος».
Δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, είναι κουλτούρα
Η μεγαλύτερη αξία αυτής της αφήγησης είναι ότι μας αναγκάζει να ξεφύγουμε από τη λογική του «μεμονωμένου περιστατικού». Η νεανική βία, ο σχολικός εκφοβισμός, η σεξουαλική κακοποίηση, δεν είναι απλώς πράξεις «μερικών προβληματικών παιδιών». Είναι προϊόν μιας ευρύτερης κουλτούρας.
Μιας κουλτούρας που:
- Διδάσκει στα αγόρια ότι η ευαισθησία είναι αδυναμία και η βία απόδειξη δύναμης.
- Μεγαλώνει παιδιά χωρίς σαφή όρια, αλλά με ισχυρό αίσθημα δικαιώματος.
- Αποδομεί την αυθεντία του σχολείου και κάθε ενήλικα που προσπαθεί να προστατεύσει τα πιο ευάλωτα παιδιά.
- Ενοχοποιεί τα θύματα και δικαιολογεί τους θύτες, αρκεί να είναι «δικά μας παιδιά».
Όσο συνεχίζουμε να κλείνουμε τα μάτια σε μικρές πράξεις επιθετικότητας, προσβολής, κακοποίησης, τόσο θα εκπλησσόμαστε – τάχα μου – όταν οι ίδιες συμπεριφορές, σε μεγαλύτερη κλίμακα, καταλήγουν στα δελτία ειδήσεων.
Η ευθύνη που δεν γίνεται να προσπεράσουμε
Η ιστορία αυτή δεν είναι φτιαγμένη για να μας κάνει να νιώσουμε άνετα. Είναι γραμμένη για να μας ταράξει. Μας καλεί να ξαναδούμε τον ρόλο του γονιού όχι ως «δικηγόρου άμυνας» του παιδιού απέναντι σε όλους, αλλά ως ανθρώπου που θέτει όρια, αναλαμβάνει ευθύνη, διδάσκει σεβασμό – προς τον νόμο και, κυρίως, προς τον άλλον.
Κάθε φορά που αφήνουμε ένα παιδί να προσβάλλει, να χτυπά, να αποκλείει, να εκδικείται χωρίς συνέπειες, κάνουμε ένα ακόμη βήμα προς μια κοινωνία με περισσότερους θύτες και περισσότερα θύματα.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «τι κάνουν τα παιδιά μας». Είναι πρώτα «τι τους μάθαμε εμείς να κάνουν». Και αν έχουμε το θάρρος, ως γονείς και ως κοινωνία, να παραδεχθούμε ότι ένας θύτης σπάνια εμφανίζεται από το πουθενά. Συνήθως τον έχουμε μεγαλώσει εμείς.

