Η φορολόγηση των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων και ειδικά των ενδοομιλικών συναλλαγών μπαίνει πλέον αναγκαστικά στο μικροσκόπιο. Όχι από ιδεολογική εμμονή, αλλά από πραγματική ανάγκη: γιατί εκεί, διαχρονικά, χάνεται φορολογητέα ύλη, στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός και μετακυλίεται το βάρος στους συνεπείς φορολογούμενους και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί εξαίρεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς δεν διαθέτει ένα πλήρες και σαφές γενικό καθεστώς ενδοομιλικής φορολόγησης, αντίστοιχο με αυτό που εφαρμόζεται στις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Το κενό αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ή νομικό· είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό, διότι αφήνει περιθώρια για πρακτικές που κινούνται στα όρια – ή και πέρα από τα όρια – της φορολογικής νομιμότητας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι λεγόμενες τριγωνικές συναλλαγές. Πρόκειται για μηχανισμούς μέσω των οποίων θυγατρικές και συνδεδεμένες εταιρείες τιμολογούν μεταξύ τους αγαθά και υπηρεσίες με τρόπο που αυξάνει τεχνητά το κόστος, μειώνει τα δηλωμένα κέρδη στη χώρα όπου παράγεται η πραγματική αξία και μεταφέρει φορολογικά οφέλη αλλού. Στην πράξη, οι τιμές «φουσκώνουν», τα περιθώρια αλλοιώνονται και το Δημόσιο χάνει έσοδα, ενώ ο τελικός καταναλωτής πληρώνει ακριβότερα.
Ακριβώς αυτές τις πρακτικές αναδείξαμε πρώτοι, με τεκμηρίωση και συγκεκριμένα παραδείγματα. Η δημόσια συζήτηση που άνοιξε δεν ήταν αποτέλεσμα κραυγών ή εύκολων καταγγελιών, αλλά ουσιαστικής παρέμβασης. Και αυτός είναι ο λόγος που η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κινηθεί, να ερευνήσει το θέμα και να αναγνωρίσει ότι το υπάρχον πλαίσιο δεν επαρκεί για να αποτρέψει τέτοιες «έξυπνες» μορφές φοροαποφυγής των μεγάλων ομίλων.
Το διακύβευμα είναι διπλό. Από τη μία, η φορολογική δικαιοσύνη: δεν μπορεί μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να φορολογούνται στο ακέραιο, ενώ ισχυροί όμιλοι εκμεταλλεύονται κενά, καθυστερήσεις και ασαφείς κανόνες. Από την άλλη, ο υγιής ανταγωνισμός: όταν κάποιοι μειώνουν τεχνητά το φορολογικό τους βάρος, αποκτούν αθέμιτο πλεονέκτημα εις βάρος όσων λειτουργούν κανονικά.
Η εμπειρία των άλλων ευρωπαϊκών χωρών δείχνει τον δρόμο. Αυστηροί κανόνες ενδοομιλικής τιμολόγησης, πραγματικοί έλεγχοι, διαφάνεια στις συναλλαγές μητρικών και θυγατρικών, και σαφείς κυρώσεις όταν αποδεικνύεται καταχρηστική πρακτική. Δεν πρόκειται για αντικίνητρο στην επιχειρηματικότητα, αλλά για προϋπόθεση σοβαρής οικονομίας.
Σε αυτό το πεδίο, η χώρα δεν χρειάζεται φωνασκίες και άναρθρες κραυγές. Χρειάζεται εποικοδομητική αντιπολίτευση: αυτή που εντοπίζει τα προβλήματα, τα φέρνει στο φως και πιέζει για ουσιαστικές λύσεις. Γιατί μόνο έτσι αλλάζουν τα πράγματα. Και μόνο έτσι μπορεί να οικοδομηθεί ένα φορολογικό σύστημα με ίσους κανόνες για όλους, χωρίς «παραθυράκια» για τους λίγους και ισχυρούς.
Η συζήτηση άνοιξε. Το ζητούμενο τώρα είναι να μην κλείσει πρόχειρα, αλλά να οδηγήσει σε πραγματικές, θεσμικές αλλαγές.

