Υπάρχουν μέρες που η ενημέρωση δεν έρχεται ως γνώση, αλλά ως κόμπος στον λαιμό. Σκρολάρεις μηχανικά, «να δεις τι γίνεται», και αντί να συναντήσεις την κανονικότητα μιας ευρωπαϊκής χώρας, συναντάς ένα παζλ από επεισόδια που, αν τα έβαζες σε σενάριο, θα σου έλεγαν ότι είναι υπερβολικά. Κι όμως: όταν τα κομμάτια μπαίνουν στη σειρά, σχηματίζουν ένα γνώριμο περίγραμμα. Όχι μιας μεμονωμένης αστοχίας, αλλά ενός μοντέλου διακυβέρνησης, επικοινωνίας και θεσμικής κουλτούρας που έχει αρχίσει να θεωρεί «φυσιολογικό» αυτό που κάποτε θα προκαλούσε συναγερμό.
Η εικόνα ξεκινά από το πιο απτό: πλημμύρες σε κεντρικούς δήμους της πρωτεύουσας, δρόμοι-ποτάμια, πολίτες να παλεύουν με τα νερά, υποδομές που αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Η κλιματική κρίση δεν είναι πια άλλοθι· είναι δοκιμασία ετοιμότητας. Και η ετοιμότητα δεν κρίνεται στις δηλώσεις, αλλά στα φρεάτια, στα αντιπλημμυρικά έργα, στα σχέδια απορροής, στη συντήρηση που δεν έγινε «γιατί δεν φαινόταν». Εδώ αποκαλύπτεται η πρώτη παθογένεια: το κράτος που θυμάται την πρόληψη μόνο όταν έχει ήδη πλημμυρίσει.
Μετά έρχεται το πιο ανησυχητικό: η φρασεολογία απέναντι στους θεσμούς. Όταν κορυφαίος υπουργός χαρακτηρίζει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ως «αδιάφορο αριστοκρατούμενο σχήμα», δεν πρόκειται για μια απλή ατάκα. Είναι μήνυμα. Είναι υποτίμηση ενός πυλώνα διεθνούς νομιμότητας με τον οποίο, θεωρητικά, μια χώρα που διεκδικεί το δίκαιο στις διεθνείς της σχέσεις όφειλε να συνομιλεί με σοβαρότητα. Όταν απαξιώνεις το πλαίσιο κανόνων, δεν αποδυναμώνεις μόνο τους άλλους. Αποδυναμώνεις το δικό σου επιχείρημα ότι «εμείς είμαστε με το δίκαιο».
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο εσωτερικό πεδίο εμφανίζεται ένα δεύτερο μοτίβο: η διαφάνεια να βαφτίζεται πρόβλημα. Η ιδέα να καταργηθεί η τηλεοπτική κάλυψη των εξεταστικών επιτροπών «για τη σοβαρότητα των διαδικασιών» ακούγεται, στην επιφάνεια, ως θεσμικό μέτρο. Στην πράξη όμως είναι ένα παλιό τέχνασμα: περιορίζουμε το φως για να μειώσουμε τη θερμοκρασία της λογοδοσίας. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την κάμερα· κινδυνεύει όταν οι διαδικασίες γίνονται κλειστό κλαμπ, όπου οι πολίτες ενημερώνονται εκ των υστέρων με «διαρροές» και επιλεκτικά αποσπάσματα.
Εκεί, στο ίδιο κάδρο, επανέρχεται και το φάντασμα του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Οι παλιότερες δηλώσεις περί αλλαγής του —με διαβεβαιώσεις ότι θα τελειώσει η «σκανδαλωδώς ευνοϊκή μεταχείριση»— επιστρέφουν ως ντοκουμέντα πολιτικής ασυνέπειας. Δεν είναι το πρόβλημα ότι οι πολιτικοί αλλάζουν γνώμη. Το πρόβλημα είναι ότι αλλάζουν «γνώμη» μόνο όταν η αλλαγή τους συμφέρει, ενώ τα θεσμικά ελλείμματα παραμένουν. Κι έτσι η χώρα συνεχίζει να μοιάζει με σύστημα όπου η εξουσία αυτοπροστατεύεται, ακόμα και όταν η κοινωνία φωνάζει ότι «δεν πάει άλλο».
Στο ψηφιακό πεδίο, το πράγμα σκοτεινιάζει περισσότερο. Οι καταγγελίες ή έστω οι ενδείξεις για οργανωμένη δράση ανώνυμων/ψεύτικων προφίλ που προτείνουν σαμποτάζ στην εγχώρια αγροτική παραγωγή ως «αντίποινο» σε κινητοποιήσεις αγροτών, δεν είναι απλώς τοξικότητα. Είναι κοινωνικός εμφύλιος σε μικροκλίμακα. Είναι η λογική «να καεί το χωράφι του άλλου για να δικαιωθώ πολιτικά». Αν αυτή η κουλτούρα γίνεται ανεκτή, τότε το κράτος δεν έχει μόνο πρόβλημα διακυβέρνησης. Έχει πρόβλημα συνοχής.
Και κάπου εκεί έρχεται η οικονομική-επικοινωνιακή φούσκα: εξαγγελίες για «ενεργειακούς κόμβους», μεγάλες γεωοικονομικές αφηγήσεις, πανηγυρικοί τόνοι, οι οποίοι λίγες μέρες μετά προσγειώνονται στη σκληρή πραγματικότητα των αγορών: καμία προσφορά, κανένα ενδιαφέρον, καμία επιβεβαίωση της υποτιθέμενης δυναμικής. Αυτό είναι ένα από τα πιο ύπουλα σημεία της σύγχρονης πολιτικής: η χώρα να κυβερνάται όχι με έργα, αλλά με stories· όχι με μετρήσιμα αποτελέσματα, αλλά με «εικόνα ισχύος».
Στη συνέχεια, οι ειδήσεις γίνονται σχεδόν δυστοπικές: υπόδικη διευθύντρια οργανισμού που συνδέεται (σύμφωνα με όσα διακινούνται/καταγγέλλονται δημόσια) με «μαϊμού» αγροτικές επιδοτήσεις, βραβεύεται, ενώ η υπάλληλος που αποκάλυψε τις απάτες διώκεται. Ακόμη κι αν κάποιος κρατήσει επιφυλάξεις για τις λεπτομέρειες, το μήνυμα που εκπέμπεται στην κοινωνία είναι θανατηφόρο: «μη μιλάς, θα μπλέξεις». Δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που χρειάζεται ένα κράτος που θέλει να χτυπήσει τη διαφθορά. Οι whistleblowers είναι το ανοσοποιητικό σύστημα της διοίκησης· αν τους τιμωρείς, αρρωσταίνεις από επιλογή.
Και σαν τελική πινελιά, πειθαρχικός έλεγχος σε εισαγγελέα που χειρίστηκε υπόθεση με πολιτικές σκιές. Εκεί η κοινωνία δεν χρειάζεται να γνωρίζει όλες τις δικονομικές λεπτομέρειες για να νιώσει τον κίνδυνο. Όταν η Δικαιοσύνη δείχνει να «ελέγχεται» επειδή πλησιάζει ισχυρούς, ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους. Και αυτό, σε βάθος χρόνου, διαλύει το πιο βασικό συμβόλαιο: ότι το κράτος λειτουργεί δίκαια.
Μέσα σε αυτό το μωσαϊκό, η αναζήτηση ενός «καθαρού ανθρώπου» —ενός προσώπου χωρίς εξαρτήσεις, χωρίς χρέη σε συμφέροντα— εμφανίζεται σχεδόν ως φυσική κοινωνική άμυνα. Όχι ως μεσσίας, αλλά ως αντίδραση στην κόπωση από το ίδιο έργο. Όταν η χώρα βλέπει βραβεύσεις εκεί που θα περίμενε έλεγχο, σιωπή εκεί που θα περίμενε λογοδοσία, κλειστές πόρτες εκεί που θα περίμενε διαφάνεια, τότε η ανάγκη για ένα διαφορετικό ήθος δεν είναι ρομαντισμός. Είναι ένστικτο επιβίωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι «ποιο κράτος είναι αυτό». Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν εμείς —ως κοινωνία— θα συνεχίσουμε να το διαβάζουμε σαν κουτσομπολιό από οθόνη κινητού, ανάμεσα σε φανάρια, και θα το προσπερνάμε. Διότι η παρακμή δεν επιβάλλεται μόνο από πάνω. Στερεώνεται και από κάτω, όταν γίνεται ανεκτή, όταν κουράζει, όταν «δεν αλλάζει τίποτα», όταν την αφήνουμε να περάσει σαν άλλη μια είδηση.
Και τότε, το πρόβλημα παύει να είναι η κυβέρνηση της στιγμής. Γίνεται πρόβλημα κανονικότητας. Και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη πλημμύρα απ’ όλες.


