Η δημόσια συζήτηση γύρω από το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στον λόγο χρέους προς ΑΕΠ, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το πρόβλημα βαίνει προς οριστική επίλυση. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, είναι τεχνοκρατικά ελλιπής και μακροοικονομικά παραπλανητική.
Το χρέος δεν αποτελεί αυτόνομο μέγεθος. Αποτελεί αντανάκλαση της συνολικής λειτουργίας της οικονομίας και ειδικότερα των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των βασικών τομέων της: του κράτους, των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και του εξωτερικού τομέα. Η απομόνωση του δημόσιου χρέους από το ιδιωτικό και το εξωτερικό συνιστά σφάλμα ανάλυσης.
Η Ελλάδα συνεχίζει να εμφανίζει χρόνια ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, γεγονός που συνεπάγεται συστηματική χρηματοδότηση της οικονομίας από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται στο υψηλό επίπεδο του ακαθάριστου εξωτερικού χρέους, το οποίο ακολουθεί ανοδική πορεία. Η πραγματικότητα αυτή δεν αναιρείται από τη βραχυχρόνια βελτίωση επιμέρους δημοσιονομικών δεικτών.
Όταν μια οικονομία καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει, το χρηματοδοτικό κενό μετατρέπεται νομοτελειακά σε χρέος — είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό είτε εξωτερικό. Η προσπάθεια δημοσιονομικής εξυγίανσης μέσω περιορισμού των κρατικών δαπανών, χωρίς ταυτόχρονη ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, μεταφέρει απλώς το βάρος στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό οδηγεί σε συμπίεση εισοδημάτων, αποεπένδυση και τελικά επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Σε τέτοιες συνθήκες, η ύφεση δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά αναμενόμενη εξέλιξη. Και όταν η ύφεση εκδηλωθεί, το κράτος καλείται εκ νέου να παρέμβει για να αποτρέψει κοινωνική και οικονομική αποσταθεροποίηση, αυξάνοντας δαπάνες ή δανεισμό. Έτσι, ο κύκλος του χρέους αναπαράγεται, ανεξαρτήτως της προηγούμενης «βελτίωσης» των δεικτών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος της παραγωγικής δομής. Η αδυναμία ενίσχυσης του πρωτογενούς και μεταποιητικού τομέα, η υψηλή ενεργειακή εξάρτηση και η περιορισμένη υποκατάσταση εισαγωγών διατηρούν τις εξωτερικές ανισορροπίες. Οι πιέσεις που παρατηρούνται σήμερα σε παραγωγικούς κλάδους δεν είναι συγκυριακές· αποτελούν ένδειξη ενός μοντέλου που λειτουργεί στα όρια της αντοχής του.
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να προκύψει από πληθωρισμό, από προσωρινή ανάπτυξη ή από λογιστική διαχείριση του χρέους. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με πραγματική απομείωση του κινδύνου. Χωρίς βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης και χωρίς διατηρήσιμη αύξηση της παραγωγικότητας, η οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Το συμπέρασμα είναι σαφές:
το χρέος δεν μειώνεται ουσιαστικά όσο η χώρα δεν παράγει επαρκώς, όσο παραμένει ελλειμματική έναντι του εξωτερικού και όσο η δημοσιονομική πολιτική αποσυνδέεται από μια συνεκτική στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι λογιστικό ζήτημα. Είναι πρωτίστως ζήτημα οικονομικού υποδείγματος.

