Για ακόμη μία φορά, η δημόσια συζήτηση αποφεύγει την ουσία σε ζητήματα πολιτικής, εθνικής και ευρωπαϊκής εμβέλειας, όπως η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, η οποία επηρεάζει άμεσα τις γεωοικονομικές ισορροπίες, τις αναπτυξιακές επιλογές και το εμπορικό μοντέλο της χώρας.
Η απουσία σοβαρού και έγκαιρου διαλόγου δεν είναι απλώς θεσμικό έλλειμμα. Στερεί από τη χώρα τη δυνατότητα:
- να προετοιμάσει τις αρμόδιες υπηρεσίες,
- να ορίσει εθνικές προτεραιότητες,
- και να διαμορφώσει τεκμηριωμένες διεκδικήσεις κατά την επικύρωση, την εφαρμογή και –κυρίως– την παρακολούθηση της συμφωνίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τι προβλέπεται – και τι ΔΕΝ καλύπτεται
Οι ρήτρες διασφάλισης/προστασίας που περιλαμβάνονται στη συμφωνία αφορούν κυρίως τα «ευαίσθητα προϊόντα» όπως αυτά έχουν οριστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς και ορισμένα ΠΟΠ.
Για το μεγάλο φάσμα των λοιπών αγροτικών προϊόντων που θα εισάγονται από χώρες της Mercosur:
- οι δικλείδες ασφαλείας είναι διαδικαστικές,
- απαιτούν ενεργή κρατική παρέμβαση,
- και προϋποθέτουν σοβαρή διοικητική και πολιτική ετοιμότητα σε ζητήματα αγορών, ελέγχων, διακίνησης και τιμολόγησης.
Χωρίς εθνική στρατηγική, οι προβλέψεις αυτές μένουν θεωρητικές.
Η ευθύνη της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση οφείλει:
- Να διεκδικήσει τη διεύρυνση των εξαιρέσεων, με σαφή εθνική τεκμηρίωση.
- Να ενεργοποιήσει άμεσα μέτρα στήριξης για αγρότες και κτηνοτρόφους που θα δεχθούν πίεση από τις εισαγωγές.
- Να ενισχύσει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς (ποιότητα, ιχνηλασιμότητα, κανόνες ανταγωνισμού).
- Να μετατρέψει την εφαρμογή της συμφωνίας από παθητική αποδοχή σε ενεργή διαχείριση.
Η νέα ΚΑΠ δεν μπορεί να σχεδιαστεί ερήμην της βάσης
Η επόμενη Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) δεν είναι τεχνικό ζήτημα Βρυξελλών.
Πρέπει:
- να σχεδιαστεί σε εθνικό επίπεδο,
- με διευρυμένο και ουσιαστικό διάλογο,
- και με μεταρρυθμίσεις που θωρακίζουν την εγχώρια παραγωγή απέναντι σε άνισο ανταγωνισμό.
Χωρίς αυτή την προετοιμασία, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur κινδυνεύει να λειτουργήσει ως επιταχυντής αποδιάρθρωσης του πρωτογενούς τομέα, αντί για εργαλείο εξωστρέφειας και ανάπτυξης.
Συμπέρασμα:
Το ζήτημα δεν είναι αν «θα περάσει» η συμφωνία. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους, με ποιες εγγυήσεις και με ποια εθνική στρατηγική. Χωρίς αυτά, το κόστος θα μετακυλιστεί –για ακόμη μία φορά– στους πιο αδύναμους κρίκους της παραγωγικής αλυσίδας.

