Όσα είπε η Μαρία Καρυστιανού για τις «Πρέσπες του Αιγαίου» δεν είναι δικαστικό κατηγορητήριο. Είναι πολιτικός συναγερμός, με γλώσσα αιχμηρή — όπως αιχμηρή είναι πια και η κοινωνική δυσπιστία απέναντι σε ένα σύστημα που κλείνει συμφωνίες, ανοίγει “παράθυρα”, και ζητά από τους πολίτες να χειροκροτούν… στο σκοτάδι. Η κριτική που δέχεται σήμερα δεν είναι “έλεγχος”. Είναι απόπειρα απονομιμοποίησης, πριν καν ακουστεί ολόκληρη.
Σημείωση: Το παρόν είναι άρθρο γνώμης/πολιτικού σχολίου. Αναφέρεται σε δημόσιες τοποθετήσεις και ασκεί κριτική σε θέσεις και πρακτικές, όχι σε ιδιωτική ζωή ή τιμή/υπόληψη προσώπων.
1) «Πρέσπες του Αιγαίου»: μεταφορά, όχι δικογραφία
Η φράση «Πρέσπες του Αιγαίου» — είτε μας αρέσει είτε όχι — λειτουργεί ως πολιτική μεταφορά: περιγράφει έναν φόβο για συμφωνίες μεγάλης κλίμακας που αλλάζουν πλαίσιο, χωρίς κοινωνική νομιμοποίηση και χωρίς καθαρή ενημέρωση.
Δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι η Καρυστιανού “κατηγορεί για προδοσία” με νομικούς όρους. Σημαίνει ότι στέλνει μήνυμα: «μην πάτε να το κλείσετε έτσι».
Και εδώ είναι το κρίσιμο:
όταν ένας πολίτης υψώνει προειδοποίηση, η δημοκρατία δεν απαντά με “σκάσε”. Απαντά με διαφάνεια.
2) Το πρόβλημα δεν είναι η “άγνοιά της”. Είναι η σιωπή των ειδικών.
Η εύκολη γραμμή εναντίον της είναι: «δεν ξέρει, δεν είναι έμπειρη, δεν έχει διπλωματική κατάρτιση».
Ωραία. Και οι “έμπειροι” τι ακριβώς έκαναν για να μη φτάσουμε εδώ;
Η κοινωνία δεν ακούει την Καρυστιανού επειδή είναι καθηγήτρια διεθνούς δικαίου. Την ακούει επειδή:
- δεν χρωστάει καριέρα σε κόμματα, μηχανισμούς, γραμμές,
- δεν έχει να προστατεύσει ισορροπίες,
- μιλάει από το πεδίο της ηθικής νομιμοποίησης: «ως εδώ».
Αυτό είναι που ενοχλεί.
3) Οι «Πρέσπες» ως ιστορική συζήτηση vs οι «Πρέσπες» ως κοινωνικό τραύμα
Ναι, η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να αναλυθεί ψύχραιμα ως διπλωματική διευθέτηση.
Όμως στην κοινωνία, οι «Πρέσπες» έμειναν και ως κάτι άλλο:
ως σύμβολο ενός πολιτικού τρόπου που κλείνει μεγάλα θέματα με υψηλή ένταση, χαμηλή συναίνεση και μετά απαιτεί “να τελειώνουμε”.
Αυτό το συμβολικό φορτίο επιστρατεύει η Καρυστιανού. Μπορεί να διαφωνείς με την επιλογή της μεταφοράς — αλλά δεν μπορείς να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις τι λέει. Λέει:
«μην πάτε να ‘κλειδώσετε’ το Αιγαίο με τρόπο που αύριο θα μοιάζει μη αναστρέψιμος».
4) Το Αιγαίο δεν είναι πεδίο για “ιδιωτική διπλωματία”
Αν υπάρχει κάτι που δικαιολογεί τον πολιτικό συναγερμό, είναι η διαχρονική αίσθηση ότι στα εθνικά ζητήματα η ενημέρωση έρχεται τελευταία — όταν όλα έχουν ήδη μπει σε ράγες.
Και ειδικά στο Αιγαίο Πέλαγος, το πλαίσιο δεν είναι θεωρητικό:
- ΑΟΖ,
- υφαλοκρηπίδα,
- αποτροπή και ένταση με Τουρκία,
- ρήτρες, εγγυήσεις, κόκκινες γραμμές.
Όταν λοιπόν ο Κυριάκος Μητσοτάκης (ή οποιαδήποτε κυβέρνηση) μιλά για “λύσεις”, αλλά η κοινωνία δεν βλέπει καθαρά τους όρους, ο πολίτης έχει δικαίωμα να πει:
«προσέξτε — γιατί μπορεί να το πληρώσουμε».
Αυτό δεν είναι “ακραίο”. Είναι στοιχειώδης δημοκρατική άμυνα.
5) «Παίρνει προϊόντα από ράφι»; Ή απλώς δεν μιλάει σαν πολιτικός;
Η κριτική ότι «ανοίγει θέματα από το πουθενά» παραβλέπει κάτι απλό:
η Καρυστιανού δεν χτίστηκε ως πολιτικό προϊόν. Χτίστηκε ως κοινωνικό πρόσωπο που συγκρούστηκε με τοίχους.
Και γι’ αυτό όταν μπαίνει στο πολιτικό πεδίο, δεν μιλά με “στρογγυλάδες”. Μιλά όπως μιλάνε οι άνθρωποι που δεν έχουν μάθει να φοβούνται το κόστος.
Αν αυτό “δεν ταιριάζει” στην πολιτική μας κουλτούρα, τότε το πρόβλημα είναι η κουλτούρα — όχι εκείνη.
Αν η κυβέρνηση δεν έχει να κρύψει τίποτα, ας απαντήσει καθαρά:
- Υπάρχει ή δεν υπάρχει συζήτηση για σχήματα συνεκμετάλλευσης; Με ποιους όρους;
- Υπάρχει ρητή θέση για ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα και ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές;
- Ποιο ακριβώς είναι το πλαίσιο ενημέρωσης κομμάτων και κοινωνίας στα “μεγάλα”;
- Γιατί όποτε κάποιος φωνάζει «διαφάνεια», βαφτίζεται “επικίνδυνος”;
6) Το ιταλικό παράδειγμα δεν είναι μοιραίο — είναι προειδοποίηση προς το σύστημα
Ναι, στην Ιταλία το Κίνημα Πέντε Αστέρων πέρασε από την αντισυστημική έκρηξη στην ενσωμάτωση.
Αλλά αυτό δεν είναι επιχείρημα “μην μιλάς”. Είναι επιχείρημα μην την καταπιείτε.
Γιατί αν η κοινωνία σπρώχνει πρόσωπα εκτός πολιτικής να μπουν μέσα, και το σύστημα τους απαντά με λάσπη, χλευασμό και “ξεδόντιασμα”, τότε δεν φταίνε τα πρόσωπα που καταλήγουν να αλλοιώνονται.
Φταίει η μηχανή που ξέρει να αλέθει τα πάντα.
Η Καρυστιανού δεν είναι υπεράνω κριτικής. Είναι όμως υπεράνω χυδαιότητας.
Και το σημαντικότερο: δεν είναι υποχρεωμένη να μιλά με “λεξιλόγιο υπουργείου” για να έχει δικαίωμα στην πολιτική άποψη.
Αν η φράση της ήταν υπερβολική, ο σωστός τρόπος να την αντικρούσεις είναι στο φως: με όρους, έγγραφα, θέσεις, δεσμεύσεις.
Όχι με απόπειρα να την τρομάξεις για να σωπάσει.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν μας βολεύει η Καρυστιανού.
Το ερώτημα είναι: ποιος φοβάται τη δημόσια απαίτηση για διαφάνεια;

