Αν ο Σκαρίμπας ξαναγύριζε (όχι ως φάντασμα, αλλά ως ενοχλητική
συνείδηση) δεν θα χάιδευε κανέναν. Ούτε τους κυβερνώντες, ούτε τους
αντιπολιτευόμενους, αλλά ούτε τους σύγχρονους «επαναστάτες» του
«γλυκαίως ύδατος» που μετατρέπονται σε σύμβολα. Η αυστηρότητα,
για εκείνον, δεν ήταν σκληρότητα, ήταν καθήκον. Εξάλλου είχε μια
αρχή που έλεγε όποιος μπαίνει στο δημόσιο πεδίο, παύει να είναι
ιδιωτικός άνθρωπος. Γίνεται μέγεθος. Και τα μεγέθη μετρώνται.
Θα ξεκινούσε από το αυτονόητο, δηλαδή, πως η πολιτική μας δεν είναι
δράμα αλλά συνήθεια. Μας το είχε πει ήδη από τη μελέτη του για το
1821, ότι είμαστε ένα έθνος που ζει μέσα σε σκιώδεις πραγματικότητες,
όπου η αλήθεια δεν κρύβεται, απλώς αραιώνεται. Και επίσης ότι το
σύστημα λειτουργεί ως αναπότρεπτη διαπλοκή όχι επειδή κάποιοι είναι
ιδιοφυείς συνωμότες, αλλά επειδή όλοι ξέρουν πώς παίζεται το
παιχνίδι. Και το παίζουν. Με εναλλαγή ρόλων, όχι με αλλαγή
σκηνικού.
Θα έγραφε πως τα κόμματα είναι ολιγαρχικοί οργανισμοί με λαϊκή
βιτρίνα. Με εσωκομματικές εκλογές που γίνονται πανηγύρια, με
σημαίες, συνθήματα και αποτέλεσμα προβλέψιμο. Ενώ η δημοκρατία
εντός τους είναι όπως οι διακοσμητικές γλάστρες στα υπουργεία,
δείχνουν ζωή, αλλά δεν ποτίζονται ποτέ.
Για τους θεσμούς θα έλεγε ότι αυτές οι σεβάσμιες λέξεων που κάποτε
ζύγιζαν όσο το μάρμαρο σήμερα ηχούν σαν φελιζόλ. Ο Σκαρίμπας θα
έγραφε πως οι θεσμοί στην Ελλάδα δεν κατέρρευσαν, ελαφρύνθηκαν.
Έχασαν τη νοηματική τους βαρύτητα, όπως τα νομίσματα που
φθείρονται από την πολλή χρήση. Τους επικαλούνται όλοι και δεν τους
υπηρετεί σχεδόν κανείς.
Η Δικαιοσύνη μιλά με καθυστέρηση που μοιάζει με λήθη. Η Βουλή
νομοθετεί με ταχύτητα που μοιάζει με βιασύνη. Οι Ανεξάρτητες Αρχές
ανεξαρτητοποιούνται επιλεκτικά. Και το Σύνταγμα; Το θυμόμαστε
επετειακά, όπως τις εθνικές εορτές, με λόγους, όχι με πράξεις.
«Ο θεσμός», θα έγραφε, «είναι υπόσχεση διάρκειας». Κι εδώ η
διάρκεια αντικαταστάθηκε από τη συγκυρία. Κάθε κυβέρνηση τον
ερμηνεύει κατά το δοκούν, κάθε αντιπολίτευση τον ανακαλύπτει όταν
τη συμφέρει. Έτσι, η εμπιστοσύνη δεν σπάει με θόρυβο, αλλά
διαβρώνεται αθόρυβα.
Και θα κατέληγε πικρά: «Όταν οι θεσμοί παύουν να εμπνέουν δέος,
αρχίζουν να εμπνέουν δυσπιστία. Κι ένα έθνος που δεν πιστεύει στους
θεσμούς του, σύντομα θα πιστέψει σε πρόσωπα. Κι εκεί αρχίζει ο
πραγματικός κίνδυνος»
Η «κοινωνία», θα έγραφε, «έχει ανάγκη από αλήθεια. Αλλά οι
κυβερνήσεις απαιτούν ψυχραιμία. Όποιος μπερδεύει τα δύο, κινδυνεύει
να μετατρέψει το τραύμα σε σημαία και τη σημαία σε διχασμό».
Ο Σκαρίμπας δεν θα χτυπούσε τα πρόσωπα. Θα χτυπούσε τη ροπή μας
να αγιοποιούμε. Στην Ελλάδα, θα έλεγε, φτιάχνουμε ήρωες με την ίδια
ευκολία που τους γκρεμίζουμε. Από τον ενθουσιασμό στην
αποκαθήλωση μεσολαβεί μία εκλογική αναμέτρηση. Και στο μεταξύ, η
πραγματικότητα συνεχίζει να ζητά λογαριασμό.
Θα κατέληγε πως το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ποιος φωνάζει πιο
δυνατά, αλλά ποιος χτίζει πιο στέρεα. Ότι η πολιτική δεν είναι πεδίο
ηθικών διαγωνισμών, αλλά διαχείριση συγκρούσεων. Κι ότι όποιος
υπόσχεται απόλυτη κάθαρση, απλώς ετοιμάζει την επόμενη
απογοήτευση.
Και για τον λαό; Εκεί θα επέστρεφε αμείλικτος. «Σταματήστε να
ψάχνετε καθαρές μορφές», θα έγραφε. «Δεν θα σας σώσουν οι άσπιλοι.
Θα σας σώσει η ωριμότητα». Θα μας κατηγορούσε πως αγαπάμε τις
δραματικές αφηγήσεις, αλλά βαριόμαστε τη θεσμική δουλειά. Πως
ενθουσιαζόμαστε με την καταγγελία και αδιαφορούμε για την
εφαρμογή.
Θα έλεγε επίσης ότι ο νεοέλληνας του Netflix είναι ο παλιός ραγιάς με
γρήγορο ίντερνετ. Δεν τον καταπιέζει πια ο αγάς γιατί τον αποκοιμίζει
η οθόνη. Επαναστατεί με τηλεχειριστήριο, αγανακτεί σε δόσεις, κάνει
binge watching και την ίδια του την παρακμή.
Ο νεοέλληνας θα μας έλεγε ότι είναι παιδί της ματσαράγκας, όχι από
ανάγκη αλλά από έξη. Ξέρει να παρακάμπτει ουρές, νόμους, ευθύνες,
όχι όμως τον εαυτό του. Έμαθε να βολεύεται τόσο καλά, που θεωρεί
την ευκολία δικαίωμα και τη δυσκολία προσβολή.
Βουλιάζει στις συνήθειες όπως το καράβι σε ήρεμο λιμάνι, χωρίς
τρικυμία, χωρίς προορισμό. Διανυκτερεύει στις ευκολίες μιας
χαμοζωής, με μικρές απολαύσεις και μεγάλες δικαιολογίες. Μιλά για
ελευθερία, αλλά φοβάται την ευθύνη της.
Κι αν τον ρωτήσεις γιατί δεν αλλάζει, θα σου πει πως «έτσι είναι τα
πράγματα».
Και τότε ο Σκαρίμπας θα ψιθυρίσει: «Όχι. Έτσι έγινες εσύ»
Η τελική του πρόταση θα ήταν γυμνή από ρομαντισμό και θα έλεγε:
«Στην Ελλάδα δεν λείπει η οργή. Λείπει η αυτογνωσία. Κι όσο
θαυμάζετε πρόσωπα αντί να ελέγχετε θεσμούς, θα αλλάζετε
πρωταγωνιστές, όχι έργο».
Ύστερα θα άφηνε την πένα. Όχι γιατί θα είχε τελειώσει, αλλά γιατί θα
ήξερε πως η αυστηρότητα δεν είναι ευχάριστη. Είναι όμως αναγκαία.
Και αν κάτι θα μας άφηνε ως παρακαταθήκη, θα ήταν αυτό:
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται σωτήρες. Χρειάζεται πολίτες που
αντέχουν την αλήθεια ακόμη κι όταν η αλήθεια στρέφεται εναντίον
εκείνων που συμπαθούν.
Απόστολος Αποστόλου. Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής
Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Federiciana Ρώμης στο Τμήμα
Δημοσιογραφίας και Διεθνών Δημοσίων Σχέσεων.

