Δεν πρόκειται για «τεχνική διαφωνία». Πρόκειται για μηχανισμό. Για χρόνια, το πιστωτικό σύστημα και οι διαχειριστές απαιτήσεων συμπεριφέρονταν σαν οι δικαστικές ρυθμίσεις να είναι “κατευθυντήριες” και όχι δεσμευτικές αποφάσεις. Και τώρα που ο Άρειος Πάγος βάζει το αυτονόητο στη θέση του —ότι ο τόκος στις ρυθμίσεις του Νόμου Κατσέλη δεν υπολογίζεται όπως βολεύει τον ισχυρό, αλλά όπως ορίζει η δικαστική απόφαση— ξαφνικά εμφανίζεται το κλασικό παραμύθι: «μεγάλες ζημιές», «σοκ», «αναδρομικά», «αστάθεια».
Ας τελειώνουμε: η ζημιά δεν έπεσε από τον ουρανό. Είναι το αποτέλεσμα μιας επιλογής: να χρεώνεις όπως σε συμφέρει, να εισπράττεις όσο προλαβαίνεις, να εξαντλείς την αντοχή του αδύναμου και μετά —αν σε πιάσουν— να ζητάς “κατανόηση” για τον κίνδυνο στο σύστημα.
Η ευθύνη είναι συγκεκριμένη:
1) Ευθύνη των τραπεζών
Όταν έχεις απέναντί σου δικαστική ρύθμιση και εσύ υπολογίζεις τόκο με τρόπο που την παραβιάζει, δεν κάνεις «λάθος». Κάνεις επιλογή.
Και η επιλογή αυτή έχει αποτέλεσμα: ανεβάζεις τεχνητά τις δόσεις, αυξάνεις τις καθυστερήσεις, πολλαπλασιάζεις τις αποτυχίες ρύθμισης. Μετά πατάς το κουμπί: καταγγελία – επιτάχυνση – πλειστηριασμός.
2) Ευθύνη των servicers και της βιομηχανίας «κόκκινων»
Οι servicers δεν είναι “ουδέτεροι διαχειριστές”. Είναι μηχανισμός είσπραξης που πληρώνεται για να παράγει αποτέλεσμα.
Αν το αποτέλεσμα στηρίζεται σε φουσκωμένο τόκο και σε δόσεις που έγιναν «αδύνατες» όχι από την οικονομία, αλλά από τον υπολογισμό, τότε μιλάμε για παραγωγή αθέμιτης πίεσης πάνω σε ευάλωτα νοικοκυριά.
3) Ευθύνη της Πολιτείας και των εποπτικών αρχών
Εδώ είναι το πραγματικό σκάνδαλο:
Το κράτος έδωσε εγγυήσεις, έφτιαξε «εργαλεία», έστρωσε κόκκινο χαλί για να φύγουν τα NPLs από τους ισολογισμούς — αλλά δεν εξασφάλισε ότι οι κανόνες θα τηρούνται υπέρ της δικαστικής νομιμότητας.
Και τώρα αιωρείται το πιο χυδαίο ενδεχόμενο: να καταλήξει μέρος του κόστους να περάσει στον φορολογούμενο — μέσω οποιουδήποτε σχήματος «συστημικής σταθερότητας», εγγυήσεων, ή “τεχνικών προσαρμογών”.
Όχι. Δεν είναι βάρος των πολιτών.
Αν κάποιος χρέωνε λάθος, να πληρώσει αυτός. Αν κάποιος “έχτισε” απαιτήσεις πάνω σε εσφαλμένο υπολογισμό, να τις σβήσει. Αν κάποιος έβγαλε σπίτια με δόσεις φτιαγμένες να σπάνε, να λογοδοτήσει.
Το κεντρικό ερώτημα που κανείς δεν θέλει να ακουστεί
Αν οι τόκοι υπολογίζονταν εξαρχής όπως όριζαν οι δικαστικές αποφάσεις, πόσες ρυθμίσεις θα είχαν “σταθεί”;
Πόσες οικογένειες θα είχαν σωθεί από το ντόμινο;
Πόσοι πλειστηριασμοί θα είχαν αποφευχθεί;
Και το πιο καυτό:
Πόσα ακίνητα άλλαξαν χέρια επειδή “φούσκωσε” η δόση;
Μην κρυβόμαστε: το σύστημα δεν φοβάται το «λογιστικό κόστος». Φοβάται το δεδικασμένο και τη λέξη που τρέμει περισσότερο: αναδρομικότητα. Γιατί η αναδρομικότητα δεν είναι απλώς “πληρωμή”. Είναι αποδόμηση ενός μοντέλου που λειτούργησε χρόνια εις βάρος των αδύναμων.
Το νέο “παιχνίδι”: να το κάνουν δικαστικό πόλεμο για να κερδίσουν χρόνο
Το έργο γνωστό. Όταν έρχεται απόφαση που δεν βολεύει, αρχίζει:
- «δεν έχει καθαρογραφεί»
- «θα δούμε την εφαρμογή»
- «η κάθε υπόθεση είναι διαφορετική»
- «να κρίνουν τα κατώτερα δικαστήρια»
- «να πάει σε νέες ερμηνείες»
Με απλά λόγια: καθυστέρηση. Για να μην πληρώσει ο ισχυρός, να πληρώνει χρόνο, νεύρα και δικηγόρους ο αδύναμος.
Κόκκινη γραμμή: καμία κοινωνικοποίηση ζημιών
Εδώ είναι η μόνη θεσμική απάντηση που στέκει:
- Ενιαίος υποχρεωτικός επανυπολογισμός όλων των δανείων Ν. 3869/2010 με βάση τη δικαστική δόση (όχι “όποιος προλάβει”).
- Αυτόματη πίστωση/συμψηφισμός διαφορών και όχι “πήγαινε κάνε αγωγή”.
- Καμία μετακύλιση μέσω εγγυήσεων ή άλλου μηχανισμού σε δημόσιο χρήμα.
- Προστασία καλόπιστων τρίτων σε πλειστηριασμούς με σαφή κανόνες — αλλά ταυτόχρονα λογοδοσία για όποιον διόγκωσε απαιτήσεις.
- Έλεγχος πρακτικών και κυρώσεις: όχι άλλη ατιμωρησία πίσω από “σύνθετες διαδικασίες”.
Η τελική ετυμηγορία είναι πολιτική, όχι μόνο νομική
Η Δικαιοσύνη έδειξε το σημείο: ο τόκος δεν είναι λάστιχο.
Τώρα η Πολιτεία πρέπει να διαλέξει πλευρά.
Ή θα πει καθαρά: «πληρώνει όποιος χρέωσε λάθος»,
ή θα ξανακάνει το γνωστό: «να μη διαταραχθεί το σύστημα» — δηλαδή να διαταραχθεί η ζωή των πολιτών.
Και αυτή τη φορά, δεν χωράει άλλο “ίσως”.
Γιατί όταν το σπίτι φεύγει, δεν υπάρχει “τεχνικό”. Υπάρχει μόνο ευθύνη.

