Υπήρξε μια στιγμή που η κοινωνία στάθηκε όρθια. Χωρίς κόμματα μπροστά, χωρίς σημαιάκια, χωρίς επαγγελματίες σωτήρες. Στάθηκε όρθια γιατί στα Τέμπη δεν συγκρούστηκαν μόνο δύο τρένα. Συγκρούστηκε η αλήθεια με το σάπιο κράτος, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια με τη διαχρονική ανευθυνότητα, η απαίτηση για δικαιοσύνη με έναν μηχανισμό που έμαθε να συγκαλύπτει, να καθυστερεί και να ξεχνά.
Αυτό το αυθεντικό, καθαρό, λαϊκό αίτημα δεν άργησαν να το μυριστούν οι γνωστοί τυμβωρύχοι της δημόσιας ζωής. Οι έμποροι του πόνου. Οι πολιτικοί και παραπολιτικοί καριερίστες που είδαν στην τραγωδία όχι 57 νεκρούς, αλλά μια τεράστια δεξαμενή αγανάκτησης προς εκμετάλλευση. Είδαν ψήφους. Είδαν προβολή. Είδαν προσωπικό ανελκυστήρα.
Και κάπου εκεί άρχισε η μεγάλη βρομιά.
Αντί η υπόθεση να μείνει καρφωμένη στο μόνο ουσιώδες ερώτημα —ποιοι ευθύνονται, ποιοι κάλυψαν, ποιοι αμέλησαν, ποιοι θα λογοδοτήσουν— μετατράπηκε σταδιακά σε ένα πανηγύρι πολιτικής επένδυσης. Γύρω από τους νεκρούς χτίστηκαν μικρές καριέρες, τηλεοπτικές περσόνες, ψηφιακές σταυροφορίες και ένας ολόκληρος μηχανισμός παραγωγής θορύβου. Ο καθένας ήθελε ένα κομμάτι από την οργή. Ο καθένας ήθελε να φορέσει τον μανδύα του αυθεντικού εκφραστή της κοινωνίας. Ο καθένας ήθελε να εισπράξει κάτι: δημοσιότητα, επιρροή, πολιτικό κεφάλαιο, χρήμα.
Και έτσι, μια εθνική πληγή έγινε αγορά.
Όποιος βλέπει καθαρά, καταλαβαίνει πια τι συνέβη. Το αίτημα για δικαιοσύνη δεν χάθηκε επειδή ο κόσμος “κουράστηκε” ή “ξέχασε”. Ξεθύμανε επειδή ένα κομμάτι του κόσμου αηδίασε. Αηδίασε βλέποντας το πένθος να γίνεται ντουντούκα. Αηδίασε βλέποντας ανθρώπους να χρησιμοποιούν μια τραγωδία σαν εκλογικό φυλλάδιο, σαν πολιτικό ντοκιμαντέρ, σαν ατέρμονη σκηνή προσωπικής δικαίωσης. Αηδίασε βλέποντας το δράμα των συγγενών να μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, σε αρένα εντυπώσεων, σε αχόρταγο μηχανισμό που ζητά συνεχώς νέο αίμα, νέο σοκ, νέα “αποκάλυψη”, νέα θεωρία, νέο παραλήρημα.
Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη: η υπόθεση των Τεμπών άρχισε να ξεφεύγει από τη σφαίρα της δικαιοσύνης και να γλιστρά σε ένα τοξικό μείγμα λαϊκισμού, συνωμοσιολογίας και πολιτικής εξαργύρωσης. Και όταν μια εθνική τραγωδία μπαίνει σε αυτή τη μηχανή, η αλήθεια δεν φωτίζεται. Λασπώνει.
Από τη μία υπάρχει ο δύσκολος, αργός, βασανιστικός δρόμος των θεσμών, της δικογραφίας, της έρευνας, της ποινικής ευθύνης, της απόδειξης. Από την άλλη υπάρχει το εύκολο εμπόριο της οργής: κραυγές, υπαινιγμοί, “μας κρύβουν”, “θα πέσουν όλοι”, “διαβάστε πριν το κατεβάσουν”, διαρκής παραγωγή υποψίας, συνεχής πολιτική φόρτιση, ακατάσχετη εκμετάλλευση. Ο πρώτος δρόμος ίσως δεν χαρίζει χειροκρότημα. Ο δεύτερος όμως γεννά κοινό, followers, ποσοστά και εισιτήριο για την επόμενη μέρα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη προσβολή προς τους νεκρούς. Όχι μόνο στην κρατική ανεπάρκεια που οδήγησε στην καταστροφή, αλλά και στη μεταγενέστερη κανιβαλική αξιοποίησή της. Γιατί άλλο να απαιτείς αλήθεια και άλλο να στήνεις μηχανισμό καριέρας πάνω στην τραγωδία. Άλλο να δίνεις μάχη για δικαιοσύνη και άλλο να μετατρέπεις τους νεκρούς σε πολιτικό brand. Άλλο να συγκρούεσαι με την εξουσία και άλλο να εμπορεύεσαι την αγανάκτηση μιας κοινωνίας που μάτωσε.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά αυτό το μοντέλο. Κάθε συλλογικό τραύμα γίνεται προϊόν. Κάθε κρίση γίνεται ευκαιρία για πολιτικούς μικροπωλητές. Κάθε πραγματική πληγή μετατρέπεται σε φτηνό σκηνικό για όσους ζουν από την υπερένταση, το διχασμό και την εξαπάτηση. Και στο τέλος, αντί να μένει η ουσία, μένει ο θόρυβος. Αντί να ενισχύεται η απαίτηση για λογοδοσία, δυναμώνει η αγορά του παραλογισμού. Αντί να ωριμάζει η κοινωνία, σπρώχνεται βαθύτερα στη φαυλότητα.
Τα Τέμπη δεν χρειάζονται άλλους αυτόκλητους ιδιοκτήτες της οδύνης. Δεν χρειάζονται άλλους πολιτικούς ατζέντηδες του πένθους. Δεν χρειάζονται άλλες φιγούρες που παριστάνουν τους εκφραστές του λαού, ενώ στην πραγματικότητα κάνουν λογαριασμό πάνω στο αίμα. Χρειάζονται δικαιοσύνη. Καθαρή, σκληρή, θεσμική, αμείλικτη δικαιοσύνη. Χωρίς κομματικούς μεταπράτες, χωρίς τηλεοπτικούς μεσάζοντες, χωρίς επαγγελματίες του συναισθηματικού εκβιασμού.
Η κοινωνία οφείλει να ξαναπάρει πίσω αυτό που της έκλεψαν: το ηθικό βάρος της υπόθεσης. Να το αρπάξει από τα χέρια όσων το βούτηξαν στη λάσπη για να χτίσουν όνομα, μηχανισμό και μέλλον. Γιατί όταν μια τραγωδία γίνεται σκάλα, δεν εξευτελίζεται μόνο η πολιτική. Εξευτελίζεται η ίδια η μνήμη των νεκρών.
Τα Τέμπη δεν έγιναν μόνο έγκλημα του κράτους. Κόντεψαν να γίνουν και μπίζνα των επιτήδειων. Και αυτό είναι η δεύτερη ντροπή.

