Βάζουν όριο 30 χλμ./ώρα για να δείχνουν “ευαισθησία”, αλλά αφήνουν την ασυδοσία να τρέχει με 100 δίπλα σε σπίτια, σχολεία και πολίτες
Στη Λεωφόρο Μαραθώνος και στην Αγία Βαρβάρα, η διοίκηση και οι αρμόδιοι φορείς φρόντισαν να κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: να τοποθετήσουν πινακίδες, να καταγράψουν μια “ρύθμιση”, να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι το κράτος λειτουργεί. Στα χαρτιά υπάρχει όριο 30 χλμ./ώρα. Στον δρόμο όμως επικρατεί το απόλυτο ξεχαρβάλωμα.
Η πραγματικότητα είναι ωμή: οι περισσότεροι οδηγοί αγνοούν επιδεικτικά το όριο, ουσιαστικός έλεγχος δεν υπάρχει και όποιος επιλέξει να κινηθεί νόμιμα μετατρέπεται σε κινούμενο στόχο. Αυτή δεν είναι πολιτική οδικής ασφάλειας. Είναι το γνωστό ελληνικό μοντέλο: μια πινακίδα για το άλλοθι, μια αδράνεια για την πράξη και μια συγγνώμη μόνο όταν θα είναι αργά.
Το κράτος-μακέτα και η ασφάλεια-βιτρίνα
Όταν βάζεις όριο 30 χλμ./ώρα σε δρόμο αυξημένης κυκλοφορίας, κοντά σε έργα και σχολικές μονάδες, αλλά δεν εξασφαλίζεις ότι αυτό θα τηρείται, δεν προστατεύεις κανέναν.
Απλώς στήνεις μια βιτρίνα ευαισθησίας, για να λες μετά ότι “τα μέτρα είχαν ληφθεί”.
Το αποτέλεσμα είναι εξοργιστικό και βαθιά επικίνδυνο: ο συνεπής οδηγός τιμωρείται, ο ασυνείδητος κυριαρχεί και η διοίκηση κρύβεται πίσω από τη σήμανση σαν να αρκεί το μελάνι πάνω στο μέταλλο για να αποτρέψει το κακό.
Η καταγγελία που προαναγγέλλει συμφορά
Στο ύψος του Φούρνου, στην Αγία Βαρβάρα, καταγράφηκε σήμερα περιστατικό με λεωφορείο ΚΤΕΛ που εκτιμάται ότι κινήθηκε περίπου με 100 χλμ./ώρα, σε σημείο όπου ισχύει σαφώς χαμηλότερο όριο.
Αυτό δεν είναι “υπερβολή”. Δεν είναι “μια κακή στιγμή”. Είναι προειδοποίηση.
Σε έναν τέτοιο δρόμο, με τέτοιες ταχύτητες, ένα φρενάρισμα, ένα παιδί που θα βρεθεί στο πλάι, ένα όχημα που θα κόψει για να συμμορφωθεί με τη σήμανση, αρκούν για να μετατρέψουν την αδιαφορία των αρμοδίων σε αίμα στην άσφαλτο.
Από τη στιγμή που ενημερώθηκαν, δεν έχουν άλλοθι
Ο Δήμος Ραφήνας-Πικερμίου και οι αρμόδιες υπηρεσίες ενημερώνονται πλέον δημόσια και ρητά.
Το πρόβλημα έχει επισημανθεί. Ο κίνδυνος έχει περιγραφεί. Η πιθανότητα σοβαρού ατυχήματος δεν είναι αφηρημένο σενάριο αλλά απολύτως ορατό ενδεχόμενο.
Από εδώ και πέρα δεν υπάρχει χώρος για την κλασική πολιτική δειλία του “δεν γνωρίζαμε”, “δεν ήταν στην αρμοδιότητά μας”, “θα το εξετάσουμε”. Όποιος γνωρίζει και δεν παρεμβαίνει, αναλαμβάνει ακέραιο το βάρος της ευθύνης που του αναλογεί — πολιτικό, διοικητικό και ηθικό.
Στη Μαραθώνος δεν λείπουν οι πινακίδες.
Λείπει η βούληση, ο έλεγχος και η στοιχειώδης σοβαρότητα ενός κράτους που να προστατεύει ζωές πριν θρηνήσει θύματα.
Και όταν έρθει η ώρα του δυστυχήματος, γιατί με τέτοια αδιαφορία το δυστύχημα δεν είναι απίθανο αλλά σχεδόν προσχεδιασμένο από την εγκατάλειψη, οι σημερινοί σιωπηλοί αρμόδιοι δεν θα είναι απλώς παρατηρητές.
Θα είναι συνυπεύθυνοι.

