Ο ιστορικός του μέλλοντος ίσως καταγράψει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν ηττήθηκε μόνο από τα δικά του λάθη, τις αντιφάσεις και τις ιστορικές του φθορές. Ίσως γράψει ότι βρέθηκε απέναντι σε ένα μεθοδικό σχέδιο πολιτικής απορρόφησης, εσωτερικής αποδυνάμωσης και εκλογικής λεηλασίας από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος επιχείρησε να αλλάξει τον ιστορικό συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της ΝΔ με «αύξηση μετοχικού κεφαλαίου» από τα συντρίμμια της Κεντροαριστεράς.
Πίσω από τις δημοσκοπήσεις, τις μεταγραφές, τις κολακείες, τις υποσχέσεις και τις εσωτερικές αναταράξεις, διαμορφώνεται ένα βαθύτερο πολιτειακό ζήτημα: αν η εξουσία παρεμβαίνει με μηχανισμούς παρακολούθησης, με ελεγχόμενες αφηγήσεις και με δίκτυα επιρροής στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης, τότε το πρόβλημα δεν είναι κομματικό. Είναι δημοκρατικό. Και αφορά το ίδιο το πολίτευμα.
Οι δύο ιστορικές αναγνώσεις του ΠΑΣΟΚ
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα σταθμίσει αναγκαστικά δύο μεγάλες περιόδους του ΠΑΣΟΚ.
Η πρώτη είναι η εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου: με τις υπερβολές, τις παροχές, τις αμφιλεγόμενες επιλογές, αλλά και με μια αδιαμφισβήτητη κοινωνική τομή. Ο Ανδρέας έβαλε στο πολιτικό κάδρο τους μη προνομιούχους, έδωσε φωνή σε κοινωνικά στρώματα που βρίσκονταν εκτός εξουσίας και μείωσε την κοινωνική απόσταση που είχε εγκαθιδρυθεί στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
Η δεύτερη είναι η περίοδος Σημίτη: ο λεγόμενος εκσυγχρονισμός, που προβλήθηκε ως η «ώριμη» ευρωπαϊκή μετάβαση, αλλά κουβάλησε μαζί του βαρύ δημοσιονομικό και εθνικό κόστος. Η χώρα μπήκε στην ΟΝΕ με πανάκριβα διόδια, ενώ το χρέος φούσκωσε και από εξοπλισμούς και από χρέη ΔΕΚΟ, παρότι το ανάθεμα φορτώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον Ανδρέα.
Η ιστορία, όταν γραφτεί ψύχραιμα, ίσως αποδειχθεί πολύ πιο σκληρή με τους «εκσυγχρονιστές» απ’ όσο υπήρξε με τους «λαϊκιστές».
Το σχέδιο Μητσοτάκη: όχι απλώς νίκη, αλλά απορρόφηση
Από τη στιγμή που ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ, ο στόχος δεν ήταν απλώς η εκλογική επικράτηση. Ήταν η στρατηγική διάλυση του ΠΑΣΟΚ και η μεταφορά κρίσιμων κοινωνικών και πολιτικών του δεξαμενών στη ΝΔ.
Η μέθοδος ήταν πολλαπλή:
— μετεγγραφές στελεχών του σημιτικού εκσυγχρονισμού που ταίριαζαν ιδεολογικά και αισθητικά με τη νέα δεξιά διαχείριση,
— πολιτική αδρανοποίηση προσώπων με κολακείες, θεσμικά δολώματα και υποσχέσεις που τελικά αθετήθηκαν,
— δημιουργία ενός κλίματος ότι η ΝΔ μπορεί να γίνει ο τελικός κληρονόμος του «σοβαρού» ΠΑΣΟΚ,
— και, όπως καταγγέλλεται, ωμή παρέμβαση ακόμη και στη διαδικασία εκλογής αρχηγού του ΠΑΣΟΚ το 2021 μέσω του σκοτεινού πλέγματος των υποκλοπών.
Δεν πρόκειται για απλή διεύρυνση. Πρόκειται για πολιτική επιχείρηση αλλοίωσης της μεταπολιτευτικής ισορροπίας. Η ΝΔ δεν επιχειρεί μόνο να νικήσει τον αντίπαλο. Επιχειρεί να τον αφομοιώσει, να τον αδειάσει, να τον εκμηδενίσει ως ιστορικό φορέα.
Από την κομματική κρίση στο πολιτειακό πρόβλημα
Η πρόσφατη εσωτερική αναταραχή στο ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε ως φυσιολογική κρίση χαμηλών δημοσκοπικών επιδόσεων. Όμως η χρονική συγκυρία είναι υπερβολικά βολική για να θεωρηθεί αθώα.
Ύστερα από δικαστικές και θεσμικές εξελίξεις που ενίσχυσαν τη θέση του Νίκου Ανδρουλάκη στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, και λίγο πριν από τη σχετική συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ξέσπασε ξαφνικά «εξέγερση» στο εσωτερικό του κόμματος. Και μάλιστα με πρωταγωνιστές πρόσωπα που, σύμφωνα με τις πληροφορίες του κειμένου, βρίσκονται εδώ και καιρό σε ανοικτή γραμμή με το «αρχηγείο».
Εδώ σταματά η απλή κομματική ίντριγκα και αρχίζει το πολιτειακό πρόβλημα.
Διότι αν ένα σύστημα εξουσίας κυβερνά με παρακολουθήσεις, με δημοσκοπήσεις κατευθυνόμενης χρήσης, με εσωτερικούς «sleepers» στην αντιπολίτευση, με πίεση προς τη δημοσιογραφία και με μηχανισμούς φόβου ή ελέγχου προς τη Δικαιοσύνη, τότε δεν μιλάμε πια για κοινοβουλευτική δημοκρατία σε πλήρη λειτουργία. Μιλάμε για ένα καθεστώς μονοκεντρικής ισχύος που απορροφά θεσμούς, κόμματα και αντίβαρα.
Αν το ΠΑΣΟΚ διαλύεται με υποκλοπές, μεταγραφές, εσωτερικούς υπονομευτές και πολιτικά δολώματα, τότε δεν τελειώνει απλώς ένα κόμμα. Τότε τελειώνει η ίδια η ιδέα ότι η Ελλάδα κυβερνάται από δημοκρατικούς κανόνες. Και τότε η ΝΔ δεν θα έχει απλώς κερδίσει την εξουσία — θα έχει υπεξαιρέσει και τον τίτλο και το πολίτευμα.

