Στην Ελλάδα έχουμε ένα σταθερό εθνικό σπορ: να μιλάμε ατέλειωτα για μισθούς, ακρίβεια, ανισότητες, κοινωνική δικαιοσύνη και «στήριξη της κοινωνίας», χωρίς να αγγίζουμε τον σκληρό πυρήνα του προβλήματος. Θέλουμε καλύτερους μισθούς, αλλά δεν θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά για το πώς παράγεται ο πλούτος που θα τους στηρίξει. Θέλουμε διανομή, χωρίς να μας αρέσει η κουβέντα για την παραγωγή. Θέλουμε ευημερία, αλλά χωρίς τη δύσκολη, απαιτητική και συχνά αντιδημοφιλή διαδρομή που οδηγεί σε αυτή.
Κι όμως, η αλήθεια είναι αμείλικτη: χωρίς αύξηση της παραγωγικότητας, δεν υπάρχουν βιώσιμες αυξήσεις μισθών. Όλα τα υπόλοιπα είναι πολιτικά νανουρίσματα, συνθήματα κατανάλωσης και υποσχέσεις με ημερομηνία λήξης.
Η παραγωγή δεν είναι ιδεοληψία των «τεχνοκρατών». Είναι ο μόνος πραγματικός όρος επιβίωσης μιας οικονομίας που θέλει να σταθεί όρθια. Παραγωγή σημαίνει ότι μια κοινωνία μετατρέπει εργασία, γνώσεις, τεχνολογία, εξοπλισμό και πρώτες ύλες σε αγαθά και υπηρεσίες με αξία. Παραγωγικότητα σημαίνει πόση αξία παράγεται από αυτούς τους πόρους. Τόσο απλό. Τόσο θεμελιώδες. Και τόσο συστηματικά παραγνωρισμένο στη χώρα που έμαθε να αποθεώνει το αποτέλεσμα, περιφρονώντας τη διαδικασία που το γεννά.
Ας το πούμε χωρίς υπεκφυγές: ο εργαζόμενος δεν μπορεί να αμείβεται μακροχρόνια περισσότερο από την αξία που συμβάλλει να παραχθεί. Από την παραγόμενη υπεραξία πρέπει να πληρωθούν μισθοί, φόροι, λειτουργικά κόστη, τόκοι, επενδύσεις και να μείνει και κέρδος. Αν οι μισθοί αυξάνονται επίμονα χωρίς αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας, τότε κάποιος λέει ψέματα ή απλώς φορτώνει το πρόβλημα στο μέλλον με δανεικά, επιδοτήσεις και λογιστικά τρικ.
Αυτό ακριβώς έκανε η Ελλάδα επί χρόνια. Μοίραζε περισσότερα απ’ όσα παρήγαγε. Κατανάλωνε περισσότερα απ’ όσα δημιουργούσε. Έχτιζε μια επίπλαστη ευημερία πάνω σε δανεισμό, εισαγωγές και πολιτική δειλία. Και όταν έκλεισε η στρόφιγγα, αποκαλύφθηκε η γύμνια ενός παραγωγικού μοντέλου που ήταν λιγότερο «μοντέλο» και περισσότερο εθνική αυταπάτη.
Κι όμως, αντί να διδαχθεί η χώρα από το στραπάτσο της, συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν να μην κατάλαβε τίποτα. Κάθε δημόσια συζήτηση για την οικονομία εκφυλίζεται, σχεδόν αναπόφευκτα, σε διαγωνισμό εύκολων υποσχέσεων. Περισσότερο κράτος, περισσότερες παροχές, περισσότερες ενισχύσεις, περισσότερες καταγγελίες για την «ανισότητα» — όλα επιτρεπτά και όλα πολιτικά αξιοποιήσιμα. Εκτός από το βασικό: ποιος θα παράξει τον πλούτο; Με ποιο παραγωγικό υπόβαθρο; Με ποια τεχνολογική αναβάθμιση; Με ποια επιχειρηματική οργάνωση; Με ποια εκπαιδευτική επάρκεια; Με ποια εργασιακή κουλτούρα; Με ποια θεσμική σοβαρότητα;
Εκεί αρχίζει η αμηχανία. Γιατί εκεί τελειώνουν τα συνθήματα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει παραγωγικότητα αισθητά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι μισθοί της είναι χαμηλοί όχι μόνο επειδή το εισόδημα μοιράζεται συχνά άδικα, αλλά κυρίως επειδή η συνολική πίτα παραμένει μικρή. Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια που δεν βολεύει ούτε την εύκολη αριστερή καταγγελία ούτε τη βολεμένη δεξιά αυταρέσκεια. Δεν αρκεί να λες ότι θες επενδύσεις. Δεν αρκεί να λες ότι θες κοινωνική δικαιοσύνη. Αν δεν ανεβαίνει η παραγωγικότητα, στο τέλος απλώς μοιράζεις φτώχεια με διαφορετικό τρόπο.
Κάποιοι επιμένουν ότι η απάντηση βρίσκεται μόνο στη φορολόγηση των πλουσίων ή στην «καλύτερη αναδιανομή». Βεβαίως, η φορολογική δικαιοσύνη είναι αναγκαία. Βεβαίως, η κατανομή του εισοδήματος έχει σημασία. Αλλά όποιος πιστεύει ότι μια χώρα μπορεί να μπει σε τροχιά διαρκούς ευημερίας μόνο φορολογώντας περισσότερο χωρίς να παράγει πολύ περισσότερο, απλώς πουλά πολιτική ευκολία. Αναδιανομή χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση δεν είναι σχέδιο. Είναι προσωρινή μετάθεση του αδιεξόδου.
Ακόμη χειρότερα: η Ελλάδα δεν έχει απέναντί της μόνο το χρόνιο πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας. Έχει και το δημογραφικό. Μειούμενος πληθυσμός, γήρανση, λιγότεροι νέοι εργαζόμενοι, περισσότερες πιέσεις στο ασφαλιστικό, λιγότερα περιθώρια να αυξήσεις τον συνολικό πλούτο απλώς βάζοντας «περισσότερους στο γήπεδο». Αυτό σημαίνει ότι η εύκολη συνταγή «να δουλέψουμε περισσότερο» δεν αρκεί. Οι Έλληνες ήδη δουλεύουν πολλές ώρες. Το θέμα δεν είναι να ιδρώσουμε κι άλλο. Το θέμα είναι να παράγουμε καλύτερα, εξυπνότερα, αποδοτικότερα.
Και εδώ βρίσκεται το βαθύτερο εθνικό πρόβλημα: η χώρα έχει δύσκολη σχέση με την ίδια την έννοια της ανάπτυξης. Δεν δυσπιστεί μόνο απέναντι στις αγορές ή στις επενδύσεις. Δυσπιστεί απέναντι στην πειθαρχία, στην αξιολόγηση, στην τεχνοκρατική επάρκεια, στην αριστεία, στη μέτρηση αποτελεσμάτων, στην απαίτηση να συνδεθεί ο μισθός με την πραγματική παραγωγή πλούτου. Με λίγα λόγια, δυσπιστεί απέναντι σε όλα όσα συγκροτούν μια σοβαρή οικονομία.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα της παραγωγικότητας δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι πολιτικό, πολιτισμικό και βαθιά κοινωνικό. Είναι πρόβλημα νοοτροπίας. Είναι το αποτέλεσμα δεκαετιών κατά τις οποίες η χώρα εκπαιδεύτηκε να θεωρεί περίπου ύποπτη κάθε κουβέντα για ανταγωνιστικότητα, εξωστρέφεια, αποδοτικότητα και παραγωγική ανασυγκρότηση. Αντί να χτίσει κρίσιμη μάζα δυνάμεων που να σκέφτονται το αύριο, έμαθε να ανακυκλώνει μικροκομματικές βεβαιότητες, κρατικοδίαιτες ισορροπίες και δήθεν κοινωνική ευαισθησία χωρίς αντίκρισμα.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: μισθοί χαμηλοί, κόστος ζωής υψηλό, παραγωγικό υπόβαθρο ρηχό, επενδυτικό έλλειμμα, εξάρτηση από υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, brain drain, και μια κοινωνία που απαιτεί όλο και περισσότερα από μια οικονομία που εξακολουθεί να παράγει πολύ λιγότερα απ’ όσα χρειάζεται.
Αν λοιπόν η χώρα θέλει πράγματι να μιλήσει σοβαρά για αυξήσεις μισθών, για κοινωνική συνοχή και για ευημερία με διάρκεια, πρέπει πρώτα να μιλήσει για το μόνο πράγμα που αποφεύγει: την παραγωγικότητα. Όχι ως λέξη-φετίχ σε εκθέσεις και ομιλίες, αλλά ως εθνικό σχέδιο. Με επενδύσεις σε τεχνολογία. Με καλύτερη οργάνωση επιχειρήσεων. Με σύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας. Με ενίσχυση της καινοτομίας. Με θεσμούς που δεν σαμποτάρουν τη δημιουργία πλούτου. Με συμφωνία ότι όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται, αυξάνονται και οι μισθοί. Όχι ευκαιριακά, όχι προεκλογικά, αλλά με σταθερό και μετρήσιμο τρόπο.
Αυτό θα ήταν μια πραγματική κοινωνική συμφωνία. Ένα συμβόλαιο σοβαρότητας ανάμεσα σε εργοδότες, εργαζομένους και κράτος. Αντί γι’ αυτό, η Ελλάδα επιμένει συχνά να ζει μέσα στο γνώριμο παραμύθι: να ζητά συνεχώς καλύτερη μοιρασιά μιας πίτας που δεν φροντίζει να μεγαλώσει.
Ας το καταλάβουμε επιτέλους: πρώτα παράγεις, μετά διανέμεις. Πρώτα χτίζεις υπεραξία, μετά τη μοιράζεις. Πρώτα μεγαλώνεις την πίτα, μετά μιλάς για το κομμάτι που αναλογεί στον καθένα. Όποιος υπόσχεται το αντίστροφο, είτε δεν καταλαβαίνει πώς λειτουργεί μια οικονομία είτε ποντάρει κυνικά στην αμάθεια μιας κοινωνίας που έχει μάθει να ακούει αυτό που τη βολεύει.
Η Ελλάδα δεν θα βγει από το τέλμα με περισσότερο πολιτικό θέατρο. Δεν θα σωθεί με καλύτερο marketing της μιζέριας της. Δεν θα αλλάξει επειδή κάποιοι θα φωνάζουν δυνατότερα υπέρ του «λαού», ενώ αποφεύγουν να του πουν τη μόνη δύσκολη αλήθεια.
Η δύσκολη αλήθεια είναι μία:
Δεν λείπουν πρώτα τα λεφτά. Λείπει πρώτα η παραγωγή.
Και όσο η χώρα θα προσποιείται ότι μπορεί να μοιράζει πλούτο που δεν παράγει, τόσο θα μοιράζει μόνο φτώχεια, καθυστέρηση και αυταπάτες.

