Δεν είναι ένα ατυχές κυβερνητικό πρόσωπο ούτε μια κακή επιλογή της στιγμής. Είναι οργανικό εξάρτημα ενός συστήματος που ζει από το ψέμα, τρέφεται από την ατιμωρησία και επενδύει στη φθορά της κοινωνικής μνήμης για να προστατεύει την εξουσία του.
Δεν επελέγη για να υπηρετήσει τη Δικαιοσύνη, αλλά για να υπηρετήσει το καθεστώς της ασυλίας
Ο Φλωρίδης δεν είναι μια τυχαία υπουργική επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι πολιτικό υλικό παλαιάς κοπής, παιδί της γνωστής σχολής που έμαθε να βαφτίζει τον κυνισμό «ρεαλισμό» και τη θεσμική εκτροπή «υπευθυνότητα». Πέρασε με επιτυχία το τεστ της αμετροέπειας, της χυδαιότητας και της πολιτικής αναισθησίας και αξιοποιήθηκε ακριβώς για αυτό που είναι: για να υπερασπίζεται το άθλιο σύστημα προστασίας του πολιτικού προσωπικού. Για να κρατιέται όρθιο το άρθρο 86, αυτό το μνημείο πολιτικής ατιμωρησίας που μετατρέπει τα εγκλήματα της εξουσίας σε νομική ομίχλη και τις ευθύνες σε αδιευκρίνιστες σκιές.
Από τα “μπάζα” μέχρι τη Λάρισα, η στρατηγική τους είναι μία: ψέμα, πρόκληση, αποπροσανατολισμός
Όταν ο Φλωρίδης δήλωνε ότι όσοι μιλούν για μπάζα στο σημείο του εγκλήματος είναι «για τα μπάζα», δεν επρόκειτο για μια απλή προσβλητική ατάκα. Ήταν η γυμνή γλώσσα της εξουσίας απέναντι στους συγγενείς και απέναντι σε μια κοινωνία που ζητά αλήθεια. Ήταν η αλαζονεία ενός συστήματος που έχει μάθει όχι μόνο να μη λογοδοτεί, αλλά και να ειρωνεύεται όσους απαιτούν λογοδοσία. Σήμερα, με τον ίδιο κυνισμό, μας σερβίρουν το νέο χοντροκομμένο αφήγημα: ότι η αίθουσα στη Λάρισα είναι δήθεν η μεγαλύτερη στην Ευρώπη. Ένα ψέμα τόσο πρόχειρο, τόσο γελοίο, τόσο προσβλητικό για τη νοημοσύνη της κοινωνίας, που αποκαλύπτει ξανά τη γνωστή τους μέθοδο: πρόκληση, ανερμάτιστα ψέματα, σύγχυση, μετατόπιση ατζέντας και επικοινωνιακή κουρτίνα, μέχρι να χαθεί από το κάδρο το μόνο ουσιαστικό ερώτημα: ποιοι ευθύνονται και ποιοι θα τιμωρηθούν.
Δεν φοβούνται τη δίκη· φοβούνται τη ζωντανή κοινωνία γύρω από τη δίκη
Οι εικόνες από το Εφετείο Αθηνών, με τη σαφώς μεγαλύτερη χωρητικότητα και τη δυνατότητα να φιλοξενηθεί μια τόσο βαριά και ιστορική διαδικασία, αποδεικνύουν ότι υπήρχαν άλλες επιλογές. Αλλά δεν τους κάνουν. Δεν τους βολεύει ένας χώρος που θα επιτρέπει τη φυσική παρουσία, την κοινωνική πίεση, τη δημόσια λογοδοσία, τη ζωντανή μνήμη. Δεν τους βολεύει μια δίκη που θα διεξάγεται μπροστά σε έναν λαό όρθιο. Τους βολεύει η αποστείρωση, η απομάκρυνση, η αποδυνάμωση των συγγενών, ο εγκλεισμός της υπόθεσης σε έναν ελεγχόμενο διοικητικό σωλήνα. Αν μπορούσαν, δεν θα έκαναν καν δίκη. Θα προτιμούσαν τη λήθη, τη σιωπή, την κόπωση και τη διάλυση της συλλογικής απαίτησης για δικαίωση. Και μέσα σε μια χώρα όπου η δικαστική εξουσία δίνει διαρκώς αφορμές να αμφισβητείται η ανεξαρτησία της, είναι απολύτως εύλογο να φοβάται κανείς ότι θα δούμε εικόνες ταπεινωτικές, ατιμωτικές και βαθιά προσβλητικές για τους συγγενείς και για τη μνήμη των νεκρών.
Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν πάσχει από τύφλωση. Πάσχει από καθοδήγηση. Δεν είναι αδιάβλητη, είναι πολιτικά περιφραγμένη. Και ο Φλωρίδης δεν είναι παρά η πιο χυδαία φωνή αυτού του μηχανισμού: ενός καθεστώτος που λέει ψέματα, προκαλεί συνειδητά και ποντάρει στην εξάντληση της κοινωνίας. Γι’ αυτό το ζήτημα δεν είναι αν ο υπουργός ξεστόμισε άλλη μία πρόκληση. Το ζήτημα είναι αν η κοινωνία θα συνεχίσει να ακούει αδιαμαρτύρητα αυτούς που νομίζουν ότι μπορούν να θάβουν και τους νεκρούς και την αλήθεια κάτω από τις γυψοσανίδες της εξουσίας.

