Η δημόσια απάντηση της προέδρου της ΔΕΥΑΧ Ιωάννας Δαριβέρη δεν έκλεισε το θέμα. Το άνοιξε περισσότερο. Και το άνοιξε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο: όχι με ψυχραιμία, όχι με πλήρη θεσμική τεκμηρίωση, αλλά με έναν τόνο αμυντικό, επιθετικό και πολιτικά αποκαλυπτικό.
Η κ. Δαριβέρη υποστηρίζει δημοσίως ότι η υπάλληλος υπέπεσε σε σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα, ότι η επιχείρηση ζημιώθηκε οικονομικά και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν σύννομη και σύμφωνη με τον ΟΕΥ της ΔΕΥΑΧ. Ταυτόχρονα, επιτίθεται στην αντιπολίτευση, κάνοντας λόγο για «προπαγάνδα» και «ψηφοθηρία».
Μόνο που εδώ δεν κρίνεται το δικαίωμα της διοίκησης να ελέγξει μια υπάλληλο. Αυτό είναι αυτονόητο. Εκείνο που κρίνεται είναι κάτι πολύ σοβαρότερο: αν μια τόσο βαριά υπόθεση αντιμετωπίστηκε με όρους πλήρους νομιμότητας, επαρκούς φακέλου, σαφούς εισήγησης, νομικής θωράκισης και πραγματικής δυνατότητας ακρόασης του εγκαλουμένου προσώπου.
Και σε αυτό ακριβώς το πεδίο, η ανακοίνωση της διοίκησης δεν δίνει πειστικές απαντήσεις. Διότι η επίκληση της σοβαρότητας των αποδιδόμενων πράξεων δεν αρκεί από μόνη της για να θεραπεύσει τυχόν διαδικαστικές ελλείψεις. Αντιθέτως, όσο σοβαρότερη είναι μια υπόθεση, τόσο αυστηρότερη οφείλει να είναι η τήρηση των θεσμικών εγγυήσεων. Αυτό δεν είναι πολιτική άποψη. Είναι βασική αρχή χρηστής διοίκησης.
Η αντιπολίτευση δεν είπε —τουλάχιστον με βάση όσα έχουν τεθεί δημόσια— ότι πρέπει να μείνουν ανεξέλεγκτες τυχόν ευθύνες. Είπε ότι δεν μπορεί ένα συλλογικό όργανο να καλείται να αποφασίσει υπό συνθήκες για τις οποίες η ίδια διατύπωσε ρητές επιφυλάξεις: χωρίς πλήρη εισήγηση, χωρίς το σύνολο των κρίσιμων εγγράφων και χωρίς, κατά τη δική της θέση, την πληρέστερη δυνατή διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης. Αυτά είναι συγκεκριμένα θεσμικά ζητήματα. Δεν είναι συνθήματα.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η επιλογή της κ. Δαριβέρη να αντιμετωπίσει αυτές τις ενστάσεις σχεδόν ως ενοχλητικό πολιτικό θόρυβο. Διότι σε μια σοβαρή διοίκηση, οι θεσμικές επιφυλάξεις δεν λοιδορούνται. Απαντώνται. Με άρθρα, με έγγραφα, με διαδικαστικά δεδομένα, με νομική καθαρότητα. Όχι με υπαινιγμούς περί ψηφοθηρίας.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει και η πολιτική ευθύνη της δημάρχου Έλενας Βάκα. Γιατί η ΔΕΥΑΧ δεν λειτουργεί σε διοικητικό κενό. Δεν είναι ένα άσχετο νομικό νησί αποκομμένο από τη δημοτική αρχή. Όταν σε μια δημοτική επιχείρηση ξεσπά δημόσια σύγκρουση για τη νομιμότητα και την ποιότητα μιας πειθαρχικής διαδικασίας, η πολιτική σκιά δεν σταματά στην πρόεδρο. Φτάνει μέχρι την κορυφή της διοίκησης.
Η πραγματική αδυναμία της απάντησης Δαριβέρη βρίσκεται ακριβώς εδώ: επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση από τη διαδικασία στην ενοχή. Από τα ερωτήματα νομιμότητας στην πολιτική αντιπαράθεση. Από τη θεσμική λογοδοσία στον επικοινωνιακό συμψηφισμό. Όμως μια διοίκηση που είναι βέβαιη ότι λειτούργησε απολύτως σωστά, δεν έχει λόγο να φοβάται τον έλεγχο. Τον επιζητεί. Τον αντέχει. Τον απαντά.
Αντί γι’ αυτό, η κοινή γνώμη παρακολουθεί μια εικόνα όπου η διοίκηση εμφανίζεται να ζητά εμπιστοσύνη, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτει ως ενοχλητική την αμφισβήτηση. Και αυτό είναι πολιτικά βαρύτερο από την ίδια την αντιπαράθεση. Γιατί δείχνει μια αντίληψη εξουσίας που θεωρεί τον έλεγχο περίπου προσβολή και τη διαφωνία περίπου εχθρική πράξη.
Η ουσία είναι απλή. Αν η διαδικασία ήταν πράγματι απολύτως σύννομη, πλήρης και θεσμικά άψογη, αυτό πρέπει να αποδεικνύεται καθαρά και πειστικά. Αν όχι, τότε η επίθεση κατά της αντιπολίτευσης δεν σώζει την εικόνα της διοίκησης — την επιβαρύνει.
Σε μια δημοκρατική διοίκηση, η πειθαρχική εξουσία δεν είναι εργαλείο επίδειξης πυγμής. Είναι βαριά θεσμική αρμοδιότητα που απαιτεί ακρίβεια, διαφάνεια και απόλυτο σεβασμό στους κανόνες. Και όταν οι υπεύθυνοι μιας τέτοιας διαδικασίας απαντούν στα ερωτήματα με νεύρα αντί με τεκμήρια, τότε το πρόβλημα δεν είναι η αντιπολίτευση. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η διοίκηση αρχίζει να μοιάζει πολιτικά εκτεθειμένη από τον τρόπο που αμύνεται.

