Η φτώχεια στην Ελλάδα δεν είναι πια περιθωριακή συνθήκη. Είναι μαζική εμπειρία. Και όταν επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους τρεις πολίτες ζει στο όριο, τότε δεν μιλάμε για «δύσκολη συγκυρία», αλλά για κοινωνική αποσύνθεση με πολιτικές υπογραφές.
Η παρέμβαση του Νίκου Μερτζάνη δεν στέκεται μόνο στους αριθμούς. Χτυπά την καρδιά του προβλήματος: μια κοινωνία που ασφυκτιά από ακρίβεια, φόρους και ανασφάλεια, κινδυνεύει να μετατραπεί από σώμα πολιτών σε παγωμένο ακροατήριο. Και τότε η δημοκρατία δεν υποχωρεί με πάταγο. Σαπίζει αθόρυβα.
Η φτώχεια δεν είναι στατιστική – είναι η νέα κανονικότητα
Όταν ένας στους τρεις Έλληνες ζει στο όριο της φτώχειας, η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με τεχνοκρατικές υπεκφυγές και κυβερνητικές ωραιοποιήσεις. Δεν πρόκειται για έναν αριθμό που χωρά σε δελτίο Τύπου. Πρόκειται για σπίτια που δεν βγαίνουν, για οικογένειες που κόβουν από το σούπερ μάρκετ, για ανθρώπους που μετρούν το ρεύμα, το καύσιμο, το ενοίκιο και στο τέλος περισσεύει μόνο ο φόβος.
Η ακρίβεια δεν είναι πια «πίεση». Είναι καθεστώς. Η υπερφορολόγηση δεν είναι «δημοσιονομική ανάγκη». Είναι μόνιμη αφαίμαξη. Και η καθημερινότητα δεν είναι απλώς δύσκολη. Είναι μια διαρκής άσκηση επιβίωσης σε μια χώρα που ζητά από τους πολίτες να αντέχουν όλο και περισσότερα με όλο και λιγότερα.
Από την κρίση στην παραίτηση – το πιο βολικό σύστημα είναι ο φοβισμένος πολίτης
Η πιο επικίνδυνη συνέπεια της φτώχειας δεν είναι μόνο το άδειο πορτοφόλι. Είναι η άδεια ψυχή μιας κοινωνίας που αρχίζει να συνηθίζει την ταπείνωση. Πανδημία, διεθνείς αναταράξεις, ενεργειακή έκρηξη, ανατιμήσεις, ασταμάτητοι φόροι: όλα σωρεύτηκαν πάνω στον πολίτη μέχρι που η αγανάκτηση άρχισε να μοιάζει πολυτέλεια.
Και κάπου εκεί γεννιέται το τέλειο πολιτικό περιβάλλον για κάθε εξουσία που δεν θέλει ενοχλητικές ερωτήσεις: ο κουρασμένος άνθρωπος που δεν αντιδρά, ο απογοητευμένος ψηφοφόρος που σωπαίνει, ο πολίτης που αντί να διεκδικεί, παρακολουθεί. Όχι γιατί συμφωνεί. Αλλά γιατί εξαντλήθηκε.
Μια κοινωνία σε μόνιμη ανασφάλεια είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμη. Και αυτό δεν είναι παρενέργεια. Είναι ο πυρήνας του προβλήματος.
«Η δημοκρατία δεν θέλει θεατές» – θέλει σύγκρουση, κρίση, συμμετοχή
Η φράση του Νίκου Μερτζάνη είναι το πολιτικό συμπέρασμα όλης της εικόνας: η δημοκρατία δεν θέλει θεατές. Δεν θέλει ανθρώπους που παρακολουθούν αμίλητοι τη φτωχοποίησή τους. Δεν θέλει πολίτες εκπαιδευμένους μόνο στην ανοχή, στον συμβιβασμό και στη σιωπή.
Θέλει αμφισβήτηση. Θέλει κρίση. Θέλει αντίδραση. Όπως η επιστήμη προχωρά μέσα από ερωτήματα και όχι μέσα από υποταγή, έτσι και οι κοινωνίες αλλάζουν μόνο όταν αρνούνται να δεχτούν ως φυσιολογικό αυτό που τις συνθλίβει.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσοι φτωχοποιούνται. Είναι πόσοι έχουν πειστεί ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Πόσοι έμαθαν να θεωρούν τη στέρηση φυσικό νόμο. Πόσοι έμαθαν να ζουν χωρίς προσδοκία και να ψηφίζουν χωρίς πίστη.
Μια χώρα όπου ο ένας στους τρεις ζει στο όριο δεν έχει δικαίωμα να παριστάνει ότι «πάει καλά». Και μια δημοκρατία που συνηθίζει τους πολίτες στη φτώχεια, στον φόβο και στην αδράνεια δεν ζητά συναίνεση — ζητά υποταγή.
Το ζήτημα δεν είναι αν έχουμε γίνει φτωχότεροι.
Το ζήτημα είναι αν θα δεχτούμε να γίνουμε και σιωπηλότεροι.

