Με διαδικασίες-αστραπή, κατεπείγοντα, δια περιφοράς αποφάσεις και μια εισήγηση που έμοιαζε περισσότερο με πολιτική βιτρίνα παρά με τεκμηριωμένο σχέδιο, η υπόθεση της Κοινότητας Ανανεώσιμης Ενέργειας του Δήμου Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας εκθέτει μια νοοτροπία διοίκησης που επενδύει στο περιτύλιγμα και φοβάται την ουσία.
Όταν ένα τόσο σοβαρό εγχείρημα παρουσιάζεται χωρίς αριθμούς, χωρίς μελέτες στο φως, χωρίς σαφές επιχειρησιακό πλάνο και με εμφανή πίεση να μη χαθεί χρόνος σε ενοχλητικές ερωτήσεις, τότε δεν μιλάμε για αναπτυξιακή πολιτική. Μιλάμε για επικοινωνιακό τέχνασμα με δημόσιο σκηνικό και θεσμική ελαφρότητα.
Η “μεγάλη ιδέα” χωρίς ούτε ένα χειροπιαστό στοιχείο
Στις 22 Μαΐου 2024, το θέμα της Ενεργειακής Κοινότητας πέρασε από το Δημοτικό Συμβούλιο ως κατεπείγον και δια περιφοράς. Από μόνο του, αυτό αρκεί για να σημάνει συναγερμό. Διότι όταν ένα εγχείρημα που υποτίθεται ότι αφορά το ενεργειακό μέλλον ενός τόπου δεν συζητείται ανοιχτά, αναλυτικά και με πλήρη τεκμηρίωση, αλλά σπρώχνεται με ταχύτητα υπηρεσιακού φακέλου, τότε η διοίκηση δείχνει ότι προέχει η διεκπεραίωση και όχι η λογοδοσία.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο Περιφερειακό Συμβούλιο ακολούθησε μια παρουσίαση που αντί για τεχνικό βάθος προσέφερε γενικόλογη ρητορεία. «Σοβαροί μελετητές», «σοβαρές έρευνες», «μεγάλη προοπτική». Όλα πολύ σοβαρά, εκτός από το μόνο που είχε σημασία: τα ίδια τα στοιχεία. Ούτε προϋπολογισμός, ούτε σαφές μοντέλο λειτουργίας, ούτε μετρήσιμο όφελος, ούτε ανάλυση ρίσκου. Μόνο λόγια, φουσκωμένα από αοριστία.
Το “φανταχτερό φορτηγό” της αυτοδιοικητικής απάτης εντυπώσεων
Η εικόνα που προκύπτει είναι σχεδόν συμβολική. Σαν να πουλά κάποιος με πάθος το ηριδίζον χρώμα ενός υπερσύγχρονου φορτηγού, αλλά να αποφεύγει να πει αν είναι απορριμματοφόρο, υδροφόρα ή μπετονιέρα. Να μιλά για λάμψη, αλλά να κρύβει τη μηχανή. Να υπόσχεται θαύματα, αλλά να μη δίνει ούτε ένα τεχνικό δεδομένο.
Αυτό ακριβώς φαίνεται να συνέβη και εδώ. Οι πολίτες δεν έμαθαν τι ακριβώς θα παράγει αυτή η κοινότητα, με ποιους όρους θα λειτουργεί, ποιο θα είναι το κόστος της, ποιοι θα ωφεληθούν, ποιοι θα αποφασίζουν, πώς θα διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αν το «όραμα» καταλήξει άλλη μία φουσκωμένη μακέτα.
Αλλά προφανώς, στη σημερινή εκδοχή της διοικητικής προπαγάνδας, όλα αυτά θεωρούνται “λεπτομέρειες”. Σημασία έχει να ακουστεί ωραία η ιδέα, να στηθεί ένα μεγαλόστομο αφήγημα και να παρουσιαστεί ως περίπου ιστορική τομή κάτι που δεν έχει καν αποδειχθεί ότι στέκεται στα πόδια του.
ΚΟΥΤΙ 3 — Όταν η ένσταση θεωρείται εμπόδιο και η σιωπή βαφτίζεται συναίνεση
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο, όμως, δεν είναι μόνο η αδυναμία της εισήγησης. Είναι ο τρόπος που αντιμετωπίστηκε η αντίρρηση. Όταν ο περιφερειακός σύμβουλος της αντιπολίτευσης Βασίλης Λύκος έθεσε το αυτονόητο —ότι δεν υπάρχει ουσιαστική εισήγηση πάνω στην οποία να μπορεί να σταθεί σοβαρή τοποθέτηση— η αντίδραση δεν ήταν να δοθούν απαντήσεις. Ήταν να επισπευσθεί η διαδικασία. Να “προχωρήσουμε”. Να μη χαθεί χρόνος. Να μη μείνουμε στην ουσία.
Εκεί ακριβώς απογυμνώνεται όλο το μοντέλο εξουσίας που υπηρετεί τέτοιες μεθοδεύσεις. Η διοίκηση δεν ενοχλείται επειδή δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία. Ενοχλείται επειδή κάποιος τολμά να το πει δημόσια. Δεν την τρομάζει η προχειρότητα. Την τρομάζει η αποκάλυψή της. Και όταν η θεσμική ανεπάρκεια συνοδεύεται από πολιτική βιασύνη, τότε ο τόπος δεν βαδίζει προς την ανάπτυξη. Σύρεται προς την εξαπάτηση των προσδοκιών του.
Η Βόρεια Εύβοια δεν έχει ανάγκη από άλλα γυαλιστερά αφηγήματα, άλλες μισοφωτισμένες εξαγγελίες και άλλες ενεργειακές “σωτηρίες” χωρίς χαρτί, αριθμό και λογοδοσία. Έχει πληρώσει ακριβά την πολιτική των εντυπώσεων για να την ξαναχειροκροτήσει μεταμφιεσμένη σε καινοτομία.
Και όσο κάποιοι νομίζουν ότι η κοινωνία θα εντυπωσιάζεται από μεγάλα λόγια, γρήγορες εγκρίσεις και φανταχτερές παρουσιάσεις χωρίς περιεχόμενο, τόσο θα αποδεικνύουν ότι δεν σχεδιάζουν για τον τόπο — σκηνοθετούν για την εικόνα τους.
Γιατί μια Ενεργειακή Κοινότητα χωρίς καθαρό σχέδιο, χωρίς δημόσια τεκμηρίωση και χωρίς αντοχή στην κριτική δεν είναι εργαλείο ανάπτυξης. Είναι ένα πολιτικό σκηνικό από χαρτόνι, βαμμένο με τα χρώματα της προχειρότητας και φωτισμένο από τον προβολέα της αυταρέσκειας.

