Όταν ένας υπουργός δεν απαντά στην ουσία μιας σοβαρής υπόθεσης αλλά επιλέγει να χτυπήσει τον ίδιο τον θεσμό που ερευνά, τότε δεν μιλάμε για πολιτική άμυνα. Μιλάμε για καθεστωτικό πανικό.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης ξεπέρασε κάθε όριο πολιτικής αμετροέπειας. Δεν αρκέστηκε σε μια σκληρή τοποθέτηση, ούτε σε μια κλασική κομματική υπεράσπιση. Επέλεξε να περάσει στην ευθεία απαξίωση του ίδιου του θεσμικού ελέγχου, στοχοποιώντας προσωπικά εισαγγελική λειτουργό και παρουσιάζοντας μια σοβαρή έρευνα περίπου ως προϊόν σκοπιμότητας, ίντριγκας και προσωπικού υπολογισμού.
Αυτό δεν είναι πυγμή. Είναι πολιτική δειλία μεταμφιεσμένη σε τηλεοπτικό τσαμπουκά.
Γιατί όποιος είναι βέβαιος για την αθωότητα του χώρου του, δεν φωνάζει κατά της Δικαιοσύνης. Ζητά να ελεγχθούν όλα. Δεν λοιδορεί τον θεσμό. Δεν προσπαθεί να θολώσει τη συζήτηση. Δεν μετατρέπει την ουσία σε προσωπική επίθεση κατά εκείνων που ερευνούν.
Ο Γεωργιάδης δεν υπερασπίστηκε την κυβέρνηση. Την εξέθεσε. Την αποκάλυψε ως εξουσία που δεν αντέχει ούτε τον έλεγχο ούτε τη θεσμική αυστηρότητα. Και το χειρότερο είναι ότι το έκανε με τον γνώριμο τρόπο του πολιτικού θορύβου: πολύς στόμφος, πολλή αλαζονεία, μηδενική θεσμική σοβαρότητα.
Όταν ένας υπουργός φτάνει να παρουσιάζει περίπου ως εχθρό όποιον ελέγχει την εξουσία, τότε το μήνυμα είναι καθαρό: δεν τους ενοχλεί η αδικία, τους ενοχλεί η έρευνα. Δεν τους τρομάζει η σκιά της υπόθεσης, τους τρομάζει το φως.
Ο Άδωνις νόμιζε ότι χτύπησε έναν αντίπαλο. Στην πραγματικότητα κάρφωσε τον ίδιο τον πυρήνα της κυβέρνησής του: μια εξουσία που τρέμει τη λογοδοσία και γαβγίζει απέναντι στη Δικαιοσύνη όταν νιώθει ότι πλησιάζει ο έλεγχος.

