Όταν ένα κρίσιμο τμήμα του δημόσιου νοσοκομείου οδηγείται σε fast track εκχώρηση, όταν 20 εργαζόμενοι απειλούνται και όταν η σίτιση των ασθενών μετατρέπεται σε πεδίο εργολαβικού ενδιαφέροντος, τότε δεν μιλάμε για απλή διοικητική πράξη. Μιλάμε για υπόθεση με βαριά πολιτική σκιά, θεσμικό βάρος και ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις τώρα.
I. Η ΜΕΘΟΔΕΥΣΗ
Στο Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας καταγγέλλεται ότι προωθείται με ταχείες διαδικασίες η εκχώρηση του Τμήματος Διατροφής σε ιδιωτικό συνεργάτη. Και μόνο αυτή η σπουδή αρκεί για να σημάνει συναγερμό. Διότι όταν μια τόσο κρίσιμη υπηρεσία για τη λειτουργία του νοσοκομείου, για την καθημερινότητα των ασθενών και για το εργασιακό μέλλον 20 ανθρώπων δεν μπαίνει σε ανοιχτή, καθαρή και πλήρως αιτιολογημένη δημόσια διαδικασία, αλλά εμφανίζεται να τρέχει με ρυθμούς που θυμίζουν προειλημμένη απόφαση, τότε η λέξη “μεθόδευση” δεν είναι υπερβολή. Είναι η φυσική περιγραφή των πραγμάτων.
Η καταγγελία έχει ήδη σταλεί σε Υπουργείο Υγείας, 5η ΥΠΕ, βουλευτές του νομού και Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Παρ’ όλα αυτά, η διαδικασία — σύμφωνα με όσα καταγγέλλονται — δεν πάγωσε, δεν επανεξετάστηκε, δεν βγήκε στο φως με πλήρη τεκμηρίωση. Συνεχίζει. Και αυτό είναι το πιο βαρύ στοιχείο: ότι ενώ υπάρχουν επίσημες αναφορές, σοβαρές επιφυλάξεις και αίτημα θεσμικού ελέγχου, κάποιοι συμπεριφέρονται σαν να πρέπει απλώς να τελειώσουν τη δουλειά πριν ανοίξει όλη η εικόνα.
II. ΟΙ ΩΦΕΛΗΜΕΝΟΙ
Σε κάθε τέτοια υπόθεση υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο. Το δημόσιο σύστημα αποδυναμώνεται. Οι εργαζόμενοι απειλούνται. Οι ασθενείς αναλαμβάνουν το ρίσκο της υποβάθμισης. Και ο ιδιώτης εμφανίζεται ως “λύση”, εκεί ακριβώς όπου πριν υπήρχε δημόσια υπηρεσία. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι αναδιανομή αντικειμένου, ισχύος και τελικά χρήματος.
Το Τμήμα Διατροφής δεν είναι μια αμελητέα λειτουργία. Είναι μέρος της θεραπευτικής αλυσίδας. Είναι καθημερινή, κρίσιμη υπηρεσία. Και ακριβώς γι’ αυτό η εκχώρησή του δεν γεννά μόνο ερωτήματα για τη νομιμότητα ή τη σκοπιμότητα, αλλά και για τους ωφελημένους. Ποιος κερδίζει όταν το νοσοκομείο χάνει εσωτερική λειτουργία; Ποιος ωφελείται όταν 20 εργαζόμενοι μπαίνουν σε καθεστώς αγωνίας; Ποιος βλέπει επιχειρηματική ευκαιρία εκεί όπου ο πολίτης βλέπει ανάγκη για περίθαλψη;
Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι δημαγωγία. Είναι ο πυρήνας της υπόθεσης. Γιατί πίσω από κάθε fast track εκχώρηση δεν υπάρχει ποτέ μόνο μια υπογραφή. Υπάρχει ένα σύστημα που έχει μάθει να μεταφράζει τη δημόσια ανάγκη σε ιδιωτικό περιθώριο κέρδους. Και όταν αυτό το σύστημα απλώνεται πάνω στη σίτιση των ασθενών, τότε η δυσοσμία δεν είναι διοικητική. Είναι πολιτική.
III. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
Εδώ δεν αρκεί να κρύβεται κανείς πίσω από υπηρεσιακές δικαιολογίες, τεχνικούς όρους ή γενικόλογες αναφορές περί “αναδιοργάνωσης”. Όποιος επιτρέπει να σπρώχνεται μια τέτοια διαδικασία χωρίς πλήρη δημόσια λογοδοσία αναλαμβάνει ακέραιη πολιτική ευθύνη. Και όποιος σιωπά ενώ έχει ενημερωθεί, επιλέγει πλευρά.
Η πολιτική ευθύνη δεν σταματά στον προσωρινό διοικητή. Ακουμπά κάθε κρίκο της αλυσίδας που ενημερώθηκε και δεν παρενέβη. Ακουμπά εκείνους που όφειλαν να απαντήσουν και δεν απάντησαν. Ακουμπά εκείνους που όφειλαν να ελέγξουν και δεν έλεγξαν. Γιατί όταν τίθεται υπό αμφισβήτηση η διαφάνεια μιας τόσο κρίσιμης απόφασης, όταν διακυβεύονται θέσεις εργασίας και όταν η ποιότητα φροντίδας των ασθενών μπαίνει στο κάδρο, η ουδετερότητα παύει να είναι θεσμική στάση και γίνεται συνενοχή της σιωπής.
Κανείς δεν δικαιούται να παριστάνει τον ανήξερο. Κανείς δεν μπορεί να εμφανίζεται εκ των υστέρων ως “ανήξερος παρατηρητής” όταν η υπόθεση έχει ήδη πάρει τον δρόμο των καταγγελιών και του δημόσιου ελέγχου. Σε τέτοιες υποθέσεις, η απραξία δεν είναι αθώα. Είναι πολιτική επιλογή.
IV. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ
Το αίτημα είναι σαφές, θεσμικό και απολύτως νόμιμο: άμεση απόσυρση της διαδικασίας, πλήρης δημοσιοποίηση όλων των ενεργειών και εγγράφων, έλεγχος από τους αρμόδιους φορείς και ρητή διασφάλιση όλων των θέσεων εργασίας χωρίς απολύσεις ή μη ανανεώσεις συμβάσεων.
Δεν ζητείται χάρη. Ζητείται λογοδοσία.
Δεν ζητείται προνόμιο. Ζητείται διαφάνεια.
Δεν ζητείται πολιτική εύνοια. Ζητείται να μην αντιμετωπίζεται το δημόσιο νοσοκομείο ως ζώνη εργολαβικής λείας.
Κατηγορώ όσους μετατρέπουν μια νευραλγική υπηρεσία του νοσοκομείου σε πεδίο fast track διευθετήσεων. Κατηγορώ όσους αφήνουν 20 εργαζόμενους να ζουν με την απειλή. Κατηγορώ όσους αντιμετωπίζουν τη σίτιση των ασθενών όχι ως μέρος της θεραπείας αλλά ως συμβόλαιο προς εκχώρηση. Και κυρίως κατηγορώ ένα πολιτικό σύστημα που κάθε φορά που μυρίζεται κέρδος, ξεχνά τη δημόσια αποστολή του και θυμάται μόνο ποιος θα περάσει από το ταμείο.

