Δεν ήταν λεκτικό ατόπημα. Δεν ήταν μια «υπερβολή της στιγμής». Ήταν ωμή ομολογία εξουσιαστικής αντίληψης. Όταν υπουργός απειλεί ότι «με έναν νόμο» μπορεί να τελειώνει με ευρωπαϊκές εγγυήσεις και πετά στους εισαγγελείς το «εγώ φτιάχνω τους νόμους, εσείς να κοιτάτε να εφαρμόζονται», δεν μιλά η δημοκρατική πολιτική. Μιλά η αλαζονεία ενός συστήματος που έχει αρχίσει να θεωρεί το κράτος ιδιοκτησία του.
Η φράση δεν προσβάλλει μόνο τους θεσμούς. Ξεβρακώνει ένα μοντέλο εξουσίας που δεν αντέχει ούτε τον έλεγχο ούτε την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ούτε τα όρια που βάζει η ευρωπαϊκή νομιμότητα. Κι όταν η εξουσία φτάνει να απειλεί τόσο χυδαία, ένα είναι βέβαιο: δεν αισθάνεται παντοδύναμη. Αισθάνεται στριμωγμένη.
«Με έναν νόμο»; Αυτή είναι η γλώσσα της αυθαιρεσίας
Το «με έναν νόμο θα το καταργήσουμε» δεν είναι επιχείρημα. Είναι πολιτική μαγκιά καφενείου ντυμένη με υπουργικό κοστούμι. Είναι η ίδια λογική που αντιμετωπίζει τη νομοθέτηση όχι ως εργαλείο υπηρεσίας του δημοσίου συμφέροντος, αλλά ως ρόπαλο για να σπάνε οι αντιστάσεις, οι εγγυήσεις και οι ενοχλητικοί έλεγχοι.
Εκεί ακριβώς κρύβεται η σαπίλα: στην ιδέα ότι ο νόμος δεν δεσμεύει την εξουσία, αλλά κατασκευάζεται για να τη βολεύει. Ότι μπορεί να κόβεται και να ράβεται στα μέτρα όσων ενοχλούνται από εισαγγελείς, ανεξάρτητες αρχές ή ευρωπαϊκή εποπτεία. Αυτό δεν είναι ισχυρή διακυβέρνηση. Είναι νομοθετική αλητεία με κοινοβουλευτική σφραγίδα.
Οι εισαγγελείς δεν είναι παραγιοί υπουργών
Η φράση «εγώ φτιάχνω τους νόμους, εσείς κοιτάτε να εφαρμόζονται» αποπνέει κάτι πολύ χειρότερο από αλαζονεία. Αποπνέει περιφρόνηση. Περιφρόνηση για τη διάκριση των εξουσιών. Περιφρόνηση για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Περιφρόνηση για κάθε θεσμικό ανάχωμα που δεν σκύβει το κεφάλι στην πολιτική ισχύ.
Οι εισαγγελείς δεν έχουν αποστολή να υπηρετούν τις βολές του κάθε υπουργού που αγριεύει όταν πλησιάζει ο έλεγχος. Δεν είναι διοικητικοί κλητήρες της κυβέρνησης. Δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία ενός καθεστώτος που θέλει να φαίνεται ευρωπαϊκό προς τα έξω και να λειτουργεί βαλκανικά προς τα μέσα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το βαρύτερο φορτίο της δήλωσης: ότι ειπώθηκε με τη φυσικότητα εκείνου που πιστεύει πραγματικά πως έτσι δουλεύει το σύστημα.
Όταν η εξουσία αφηνιάζει, συνήθως φοβάται
Η γλώσσα της απειλής είναι η γλώσσα του πανικού. Μια εξουσία βέβαιη για τη θέση της δεν βρυχάται εναντίον θεσμών. Δεν πουλάει νταηλίκι σε δικαστικούς λειτουργούς. Δεν ονειρεύεται «έναν νόμο» για να ξεμπερδεύει. Απαντά με στοιχεία, με επιχειρήματα, με πολιτική νομιμοποίηση.
Όταν όμως αρχίζουν οι κραυγές, τα δάχτυλα και οι θεσμικοί τσαμπουκάδες, σημαίνει ότι κάτι τους καίει. Κάτι τους πιέζει. Κάτι φοβούνται ότι δεν μπορούν πια να κουκουλώσουν με επικοινωνιακά μπαλώματα. Και τότε εμφανίζονται οι γνωστοί πρόθυμοι: αυτοί που βγαίνουν μπροστά όχι για να πείσουν, αλλά για να τρομοκρατήσουν.
Ο Γεωργιάδης, για άλλη μια φορά, δεν λειτούργησε ως υπουργός. Λειτούργησε ως ντουντούκα ενός συστήματος που έχει χάσει κάθε αίσθηση μέτρου και κάθε σεβασμό στη θεσμική τάξη.
Ο Γεωργιάδης δεν παραφέρθηκε.
Απλώς αποκάλυψε το πραγματικό πρόσωπο μιας εξουσίας που έχει μάθει να κυβερνά σαν να μην λογοδοτεί σε κανέναν.
Νόμοι για να βολεύονται οι ισχυροί.
Εισαγγελείς που πρέπει να σιωπούν.
Ευρωπαϊκές εγγυήσεις που γίνονται ανεκτές μόνο όσο δεν ερευνούν.
Κι ένα ύφος υποκόσμου από ανθρώπους που παριστάνουν τους θεματοφύλακες της θεσμικής τάξης.
Αυτό δεν είναι κυβέρνηση με αυταρχικά αντανακλαστικά.
Είναι καθεστωτικός βούρκος που αρχίζει να μιλά χωρίς προσχήματα.

