Ο δημόσιος χώρος δεν ανήκει ούτε σε νοσταλγούς καθεστώτων ούτε σε ιστορικά κατάλοιπα αυταρχισμού. Ανήκει στην πόλη, στη μνήμη της και στους πολίτες της που εδώ και χρόνια ζητούν το αυτονόητο: την πλήρη απόδοση του χώρου και των πετροκατασκευών στη Χαλκίδα.
Η ανοχή τελείωσε. Δεν μπορεί η Χαλκίδα του 2026 να σέρνει ακόμη πίσω της ένα επίμονο, προσβλητικό και πολιτικά δύσοσμο πανηγυράκι, που μυρίζει βασιλική παρακμή, χουντική σκουριά και θεσμική αδράνεια. Δεν μπορεί ένας χώρος με τόσο βαρύ συμβολισμό να παραμένει εγκλωβισμένος σε λογικές που δεν υπηρετούν ούτε την πόλη ούτε τους ανθρώπους της, αλλά μόνο τη συντήρηση ενός αρρωστημένου τοπίου ανοχής απέναντι σε ό,τι πιο σκοτεινό άφησε πίσω του ο τόπος.
Η απαίτηση είναι παλιά, καθαρή και αδιαπραγμάτευτη: όλος ο χώρος, μαζί με τις πετροκατασκευές, να αποδοθεί επιτέλους στην πόλη της Χαλκίδας και στους πολίτες της. Όχι αποσπασματικά. Όχι με μισές λύσεις. Όχι με υπεκφυγές, καθυστερήσεις και προσχηματικές δικαιολογίες. Ολόκληρος. Καθαρός. Δημόσιος. Ελεύθερος.
Πρόκειται για έναν αγώνα που δεν γεννήθηκε χθες. Έρχεται από βαθύ χρόνο. Από μια μακρά τοπική συνείδηση που αρνείται να συμφιλιωθεί με τα απομεινάρια ενός πολιτικού και ιστορικού σκοταδιού. Έρχεται από πολίτες που δεν ζητούν χάρη, αλλά δικαίωση. Που δεν επαιτούν, αλλά απαιτούν την αποκατάσταση μιας ιστορικής, δημοκρατικής και ηθικής τάξης.
Γιατί οι πόλεις δεν χτίζουν το μέλλον τους πάνω στην ανοχή προς τα σύμβολα της υποταγής. Δεν προχωρούν όταν κουβαλούν στην πλάτη τους κατάλοιπα αυταρχισμού σαν να πρόκειται για αθώες πέτρες χωρίς μνήμη. Οι πέτρες έχουν μνήμη. Οι χώροι έχουν πολιτικό φορτίο. Και όταν η κοινωνία ζητά να επιστραφεί ένας τέτοιος χώρος στους φυσικούς του δικαιούχους, η εξουσία δεν έχει δικαίωμα να κωφεύει.
Η Χαλκίδα δεν χρωστά τίποτα σε αυτό το παρελθόν. Αντίθετα, το παρελθόν αυτό χρωστά μια οριστική ήττα απέναντι στη δημοκρατική βούληση της πόλης.
Η ώρα των μισόλογων πέρασε. Ή ο χώρος αποδίδεται τώρα, ολόκληρος, στην πόλη και στους πολίτες της, ή κάποιοι επιλέγουν συνειδητά να κρατούν τη Χαλκίδα δεμένη σε ένα ντροπιαστικό σκηνικό ιστορικής παραμόρφωσης. Και τότε δεν θα μιλάμε απλώς για αδράνεια, αλλά για συνενοχή.

