Οι αποκαλύψεις για funds και servicers έφεραν ξανά στο προσκήνιο αυτό που η Πολιτεία έκανε χρόνια πως δεν βλέπει: αθέμιτες πιέσεις, θολές πρακτικές και ένα σύστημα που ξυπνά μόνο όταν το θέμα γίνει τηλεοπτικός εφιάλτης.
Τους έλεγαν να μη τολμήσουν. Ότι απέναντί τους δεν είχαν απλώς κάποιες εταιρείες διαχείρισης, αλλά έναν ολόκληρο μηχανισμό χρήματος, τραπεζικής ισχύος και πολιτικής ανοχής. Κι όμως, οι αποκαλύψεις βγήκαν στον αέρα, οι εκπομπές έγιναν και ξαφνικά το κράτος θυμήθηκε να φορέσει τη στολή του επόπτη.
Γιατί αυτή είναι η μεγάλη ντροπή: όχι ότι τώρα εμφανίζεται μια πιο αυστηρή γραμμή απέναντι στα funds, αλλά ότι χρειάστηκε δημόσιος θόρυβος για να συμβεί το αυτονόητο. Να ελεγχθούν δηλαδή εκείνοι που διαχειρίζονται το ιδιωτικό χρέος σαν να πρόκειται για λογιστικά αρχεία και όχι για ζωές, σπίτια, οικογένειες και ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Το κράτος δεν ήταν ανήξερο. Ήταν απόν
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι η σημερινή αυστηρή ρητορική. Είναι ότι το θεσμικό οπλοστάσιο υπήρχε ήδη: ο νόμος που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2021/2167 είχε ήδη βάλει υποχρεώσεις διαφάνειας, ενημέρωσης και σεβασμού των δικαιωμάτων των οφειλετών, ενώ το ίδιο το ΥΠΟΙΚ έχει εποπτικές αρμοδιότητες και οφείλει να δέχεται και να ελέγχει καταγγελίες δανειοληπτών. Άρα το ερώτημα δεν είναι «τι θα γίνει τώρα», αλλά «γιατί δεν γινόταν ήδη».
Η “αγορά” ζητούσε σιωπή, η κοινωνία ζητούσε ανάσα
Τα δημοσιεύματα των τελευταίων εβδομάδων περιγράφουν μια εικόνα συνεχών καταγγελιών, πιέσεων, αδιαφανών πρακτικών και ελλιπούς ενημέρωσης των οφειλετών, με αναφορές ακόμη και σε ειδικό σχήμα εποπτείας που εξετάζει υποθέσεις πολιτών. Αν αυτό αληθεύει στην πράξη και δεν μείνει στη βιτρίνα, τότε δεν μιλάμε για μια τεχνική διόρθωση της αγοράς αλλά για μια καθυστερημένη παραδοχή ότι οι servicers λειτούργησαν επί μακρόν μέσα σε μια «γκρίζα ζώνη» ανοχής.
Πρόστιμα υπάρχουν. Το ερώτημα είναι αν θα πέσουν
Στα χαρτιά, οι κυρώσεις είναι βαριές: πρόστιμα έως 500.000 ευρώ, εντολές συμμόρφωσης, δημόσια ανακοίνωση της παράβασης και, σε σοβαρές περιπτώσεις, ακόμη και ανάκληση άδειας. Όλα αυτά ακούγονται εντυπωσιακά. Αλλά στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η έλλειψη νόμων. Ήταν η αφόρητη ευκολία με την οποία το κράτος μετατρέπει τον νόμο σε διακοσμητικό αντικείμενο όταν απέναντι βρίσκονται ισχυρά συμφέροντα.
Ας μη βιαστεί λοιπόν κανείς να χειροκροτήσει. Όταν μια κυβέρνηση εμφανίζεται αυστηρή μόνο αφού προηγήθηκε τηλεοπτικός σάλος, δεν απονέμει δικαιοσύνη· ομολογεί καθυστέρηση. Και όταν ο πολίτης χρειάζεται κάμερα, φωνές και δημόσιο ξεγύμνωμα του συστήματος για να τον προσέξει η Πολιτεία, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα funds. Είναι ένα κράτος που για χρόνια κοίταζε αλλού, όσο τα κοράκια με τα σακάκια έκαναν τη δουλειά τους.

