Ο αιγυπτιακός κλοιός στην Πελοπόννησο, η τακτική της καμένης γης και η στιγμή που η Ελληνική Επανάσταση βρέθηκε μια ανάσα πριν από την καταστροφή.
Ο Ιμπραήμ Πασάς δεν ήταν απλώς ένας ακόμη στρατηγός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ήταν το πιο οργανωμένο, πιο πειθαρχημένο και πιο αμείλικτο εργαλείο που επιστρατεύτηκε για να τελειώνει μια και καλή με την Ελληνική Επανάσταση, όταν το Σουλτανικό κέντρο δεν μπορούσε πια να τη συντρίψει μόνο του.
Με ευρωπαϊκά εκπαιδευμένο στρατό, γαλλική στρατιωτική τεχνογνωσία και σιδερένια αποφασιστικότητα, ο γιος του Μωχάμετ Άλη αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο το 1825 και έφερε μαζί του κάτι περισσότερο από πολεμική υπεροχή: έφερε τον τρόμο. Και για μια ιστορική στιγμή, η φωτιά που άναψε το 1821 έμοιασε να σβήνει μέσα στις στάχτες.
Ποιος ήταν ο Ιμπραήμ
Γεννημένος στην Καβάλα το 1789, ο Ιμπραήμ Πασάς ήταν γιος —ή κατά ορισμένες εκδοχές θετός γιος— του Μωχάμετ Άλη, του πανίσχυρου ηγεμόνα της Αιγύπτου. Από νεαρή ηλικία συνδέθηκε με τη στρατιωτική πειθαρχία, τη διοικητική αυστηρότητα και την ωμή επιβολή.
Η ευρωπαϊκή μόρφωση που έλαβε δεν μαλάκωσε τον χαρακτήρα του. Αντίθετα, τον εξόπλισε με εκείνα τα μέσα που του επέτρεψαν να εξελιχθεί σε έναν αποτελεσματικό και ψυχρό στρατιωτικό ηγέτη. Πριν ακόμη στραφεί κατά της Ελληνικής Επανάστασης, είχε ήδη διακριθεί στις εκστρατείες κατά των Μαμελούκων και κυρίως στην Αραβική Χερσόνησο, όπου κατέστειλε την εξέγερση των Βαχαβιτών.
Αυτές οι επιτυχίες τον ανέβασαν κατακόρυφα στην ιεραρχία του οθωμανικού κόσμου. Κυρίως όμως του έδωσαν αυτοπεποίθηση, κύρος και τη δυνατότητα να οργανώσει έναν σύγχρονο στρατό, με πρότυπο τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτός ο στρατός θα αποδεικνυόταν εφιάλτης για τους επαναστατημένους Έλληνες.
Η απόβαση στην Πελοπόννησο και ο εφιάλτης του 1825
Όταν ο Σουλτάνος διαπίστωσε ότι η Επανάσταση δεν καταπνίγεται, στράφηκε στον Μωχάμετ Άλη. Η συμφωνία ήταν απλή και κυνική: στρατιωτική βοήθεια με αντάλλαγμα εδάφη και εξουσία. Έτσι, ο Ιμπραήμ ανέλαβε να κάνει αυτό που δεν μπορούσε να πετύχει η Υψηλή Πύλη: να τσακίσει το ’21 στην καρδιά του.
Αρχικά κινήθηκε στην Κρήτη και στο Αιγαίο, όμως η καθοριστική πράξη γράφτηκε στην Πελοπόννησο. Στις 26 Φεβρουαρίου 1825 αποβιβάστηκε στη Μεθώνη σχεδόν ανενόχλητος. Αυτό από μόνο του ήταν ένα καμπανάκι: οι Έλληνες ήταν εξαντλημένοι, διαιρεμένοι και τραυματισμένοι από τον εμφύλιο σπαραγμό.
Από εκεί και πέρα, η προέλασή του υπήρξε σαρωτική. Κατέλαβε κομβικά φρούρια, νίκησε ελληνικές δυνάμεις στα Κρεμμύδια, τσάκισε τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι και μπήκε στην Τριπολιτσά. Ο στρατός του δεν θύμιζε τα ασύντακτα οθωμανικά σώματα που είχαν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν οι αγωνιστές. Ήταν οργανωμένος, ταχύς, πειθαρχημένος και φονικός.
Η Ελληνική Επανάσταση βρέθηκε τότε μπροστά σε μια σκληρή αλήθεια: χωρίς ενότητα, χωρίς σχέδιο και χωρίς προσαρμογή, μπορούσε να χαθεί όχι από έλλειψη ηρωισμού, αλλά από ανισότητα μέσων.
Καμένη γη, αντίσταση και η αρχή του τέλους
Κι όμως, η Επανάσταση δεν έσβησε. Οι Έλληνες άφησαν στην άκρη —έστω αργά— τις εσωτερικές συγκρούσεις, ενώ ο Κολοκοτρώνης επανήλθε ως κεντρική μορφή αντίστασης. Απέναντι στον τακτικό στρατό του Ιμπραήμ, η απάντηση δεν μπορούσε να είναι η κλασική αναμέτρηση στο πεδίο. Ήταν ο κλεφτοπόλεμος, η φθορά, η αντοχή, η άρνηση υποταγής.
Ο Ιμπραήμ, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να επιβληθεί ολοκληρωτικά, επέλεξε τη βαρβαρότητα της καμένης γης. Χωριά πυρπολήθηκαν, καλλιέργειες καταστράφηκαν, πληθυσμοί ξεριζώθηκαν. Δεν επρόκειτο απλώς για στρατιωτική επιχείρηση. Ήταν μια επιχείρηση εξάντλησης, εκφοβισμού και ισοπέδωσης.
Κι όμως ούτε αυτό έφτασε. Η αποτυχία του στη Μάνη, η διαρκής φθορά στην Πελοπόννησο και η αδυναμία του να εδραιώσει οριστικά την κυριαρχία του άρχισαν να γυρίζουν το ρολόι εναντίον του. Το τελικό χτύπημα ήρθε στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827, όταν οι στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων διέλυσαν τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο. Από εκεί και πέρα, η αποχώρησή του ήταν απλώς θέμα χρόνου.
Με τη Συνθήκη της Αλεξάνδρειας, ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο το 1828. Είχε αποτύχει στον μεγάλο του στόχο: να πνίξει την ελληνική ελευθερία πριν αυτή πάρει διεθνή υπόσταση.
Ο Ιμπραήμ Πασάς έμεινε στην ιστορία ως ικανότατος στρατιωτικός. Για τους Έλληνες όμως δεν είναι αυτό το κύριο αποτύπωμά του. Είναι το πρόσωπο της πιο σκοτεινής απειλής που γνώρισε το ’21, ο άνθρωπος που έφερε την Επανάσταση στο χείλος της αβύσσου και πίστεψε ότι μπορεί να τη σβήσει με φωτιά και σίδερο. Δεν τα κατάφερε. Και γι’ αυτό η ήττα του δεν είναι απλώς ένα πολεμικό επεισόδιο· είναι μία από τις πιο καθαρές αποδείξεις ότι η ελευθερία αυτού του τόπου κερδήθηκε όταν όλα έμοιαζαν χαμένα.

