Όταν το φάρμακο αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως κοινωνικό αγαθό, η επιστήμη παύει να υπηρετεί καθολικά τον άνθρωπο και αρχίζει να υπακούει στους νόμους της αγοράς.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες βγάζουν χρήματα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ανθρώπινη ανάγκη μετατρέπεται σε πεδίο αισχροκέρδειας, όταν η θεραπεία κοστολογείται όχι με βάση το κοινωνικό της βάρος αλλά με βάση το πόσο «αντέχει» να πληρώσει ο ασθενής, το κράτος ή το ασφαλιστικό σύστημα. Εκεί η ιατρική πρόοδος σταματά να είναι καθολικό δικαίωμα και γίνεται ταξικό προνόμιο.
Η συζήτηση για τη λεγόμενη Big Pharma αποφεύγεται συχνά με έναν βολικό τρόπο: όποιος ασκεί κριτική, κατηγορείται περίπου ότι είναι εχθρός της επιστήμης. Πρόκειται για χονδροειδές τέχνασμα. Άλλο πράγμα η επιστήμη, άλλο η εμπορευματοποίησή της. Άλλο η έρευνα που σώζει ζωές, άλλο το επιχειρηματικό μοντέλο που αξιοποιεί αυτή την έρευνα για να αποσπά υπερκέρδη. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: η γνώση παράγεται συχνά συλλογικά, δημόσια, πανεπιστημιακά, με κρατική χρηματοδότηση και κοινωνικούς πόρους, αλλά το τελικό προϊόν καταλήγει να τιμολογείται σαν να είναι αποκλειστικό λάφυρο ιδιωτικής αρπαγής.
Αυτό το μοντέλο δεν είναι ουδέτερο. Δεν ακολουθεί την ιατρική ανάγκη· ακολουθεί τη χρηματοοικονομική απόδοση. Επενδύει εκεί όπου υπάρχει αγοραστική δύναμη, μακροχρόνια κατανάλωση, σταθερή πελατεία, υψηλό περιθώριο τιμής. Αντίθετα, όπου η θεραπεία αφορά φτωχότερους πληθυσμούς, «μικρές» αγορές ή ασθένειες που δεν υπόσχονται εμπορική έκρηξη, το ενδιαφέρον ψυχραίνεται. Με απλά λόγια: η αγορά δεν ρωτά πρώτα ποιος υποφέρει περισσότερο. Ρωτά ποιος αποδίδει περισσότερο.
Και ύστερα έρχεται το δεύτερο σκέλος της υποκρισίας. Οι ίδιες εταιρείες που επικαλούνται το τεράστιο κόστος της έρευνας για να δικαιολογήσουν εξωφρενικές τιμές, λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον όπου το ρίσκο συχνά κοινωνικοποιείται και το κέρδος ιδιωτικοποιείται. Το δημόσιο πανεπιστήμιο ερευνά, το κράτος επιδοτεί, οι φορολογούμενοι στηρίζουν, τα εθνικά συστήματα υγείας εγγυώνται τεράστιες αγορές, αλλά όταν έρχεται η ώρα της τιμολόγησης, ξαφνικά κυριαρχεί η «ιερότητα της αγοράς». Δηλαδή ο πολίτης πληρώνει και ως φορολογούμενος και ως ασφαλισμένος και ως ασθενής — τρεις φορές για το ίδιο δικαίωμα να μην πεθάνει αβοήθητος.
Σε αυτό το καθεστώς, η πατέντα από κίνητρο καινοτομίας μετατρέπεται συχνά σε εργαλείο ασφυκτικού ελέγχου. Όχι για να προστατευθεί απλώς η ανακάλυψη, αλλά για να παραταθεί η εμπορική κυριαρχία, να αποκλειστούν ανταγωνιστές, να κρατηθούν οι τιμές ψηλά και να εκβιάζονται ολόκληρα συστήματα υγείας. Και το αποτέλεσμα είναι γνωστό: κράτη που διαπραγματεύονται υπό πίεση, ασθενείς που περιμένουν, γιατροί που δουλεύουν με ελλείψεις και κοινωνίες που ακούν το πιο κυνικό μήνυμα του σύγχρονου καπιταλισμού: “θεραπεία υπάρχει, αλλά όχι με τους δικούς σου όρους”.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και το πολιτικό βάθος του ζητήματος. Το φάρμακο δεν είναι απλό εμπόρευμα. Δεν είναι κινητό τηλέφωνο, αυτοκίνητο ή είδος πολυτελείας. Είναι υλικό μέσο επιβίωσης. Άρα η πρόσβαση σε αυτό δεν μπορεί να αφήνεται αποκλειστικά στη βούληση των αγορών. Όποιος αποδέχεται ότι η τιμή ενός σωτήριου φαρμάκου καθορίζεται μόνο από την «ελεύθερη αγορά», στην πραγματικότητα αποδέχεται ότι και η ίδια η ζωή υπάγεται στους κανόνες της κερδοσκοπίας. Αυτό δεν είναι φιλελευθερισμός. Είναι κοινωνικός δαρβινισμός με λευκή μπλούζα.
Γι’ αυτό και η λύση δεν βρίσκεται σε εύκολους αφορισμούς, αλλά σε σκληρή δημόσια πολιτική. Διαφάνεια στο πραγματικό κόστος έρευνας και παραγωγής. Ισχυρή διαπραγμάτευση τιμών από τα κράτη. Δημόσιες και διακρατικές δομές παραγωγής βασικών φαρμάκων. Αυστηροί όροι στις πατέντες όταν έχει προηγηθεί δημόσια χρηματοδότηση. Έλεγχος στις ελλείψεις και στις τεχνητές ανατιμήσεις. Στήριξη της γενόσημης παραγωγής. Και πάνω απ’ όλα: πολιτική απόφαση ότι η θεραπεία δεν μπορεί να είναι όμηρος του margin.
Διότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μια φαρμακευτική επιχείρηση δικαιούται να έχει κέρδος. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι πού της επιτρέπεται να φτάσει όταν απέναντί της δεν έχει καταναλωτές αλλά ασθενείς. Μέχρι πού μπορεί να εκβιάζει κοινωνίες με το επιχείρημα της καινοτομίας. Μέχρι πού μπορεί να μετατρέπει την ανάγκη σε τζίρο και τον φόβο σε επιχειρηματικό μοντέλο.
Η υγεία δεν μπορεί να παραμένει αποικία των ισολογισμών. Γιατί κάθε φορά που ένα φάρμακο γίνεται απλησίαστο, κάθε φορά που μια θεραπεία καθυστερεί επειδή “κοστίζει”, κάθε φορά που η πρόσβαση μετριέται με όρους αγοράς, η κοινωνία επιστρέφει σε μια σκοτεινή αλήθεια: δεν κυβερνά η επιστήμη, κυβερνά το ταμείο.
Η Big Pharma έχει δικαίωμα να αμείβεται. Δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει, με βάση το κέρδος της, πόσο αξίζει η ανθρώπινη ζωή. Όταν το φάρμακο γίνεται πεδίο αισχροκέρδειας, δεν μιλάμε για πρόοδο της ιατρικής — μιλάμε για οργανωμένη βαρβαρότητα με εταιρικό λογότυπο.

