Οι αριθμοί δεν λένε ψέματα: όταν το κράτος πανηγυρίζει για υπερπλεονάσματα, αλλά μοιράζει 500 εκατ. στους πολλούς την ώρα που το τραπεζικό σύστημα γυρίζει σχεδόν 2,9 δισ. στους μετόχους του, το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως κοινωνική ευαισθησία ένα πακέτο 500 εκατ. ευρώ, την ίδια ώρα που η ίδια η επίσημη δημοσιονομική εικόνα δείχνει πρωτογενές πλεόνασμα 12,131 δισ. ευρώ για το 2025, δηλαδή 4,9% του ΑΕΠ, με συνολικό πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 4,29 δισ. ευρώ και χρέος στο 146,1% του ΑΕΠ. Με απλά λόγια: το κράτος εισέπραξε πολύ περισσότερα από όσα επέστρεψε και τώρα ζητά και χειροκρότημα για τα ψίχουλα που πετάει πίσω στην κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι οι τέσσερις σημαντικές ελληνικές τράπεζες εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη 4,5 δισ. ευρώ το 2025. Και αν αθροίσει κανείς τις ανακοινωμένες διανομές, μερίσματα και επαναγορές ιδίων μετοχών από τις τέσσερις συστημικές, το συνολικό πακέτο προς τους μετόχους κινείται περίπου στην περιοχή των 2,8-2,9 δισ. ευρώ. Αυτό δεν είναι μια “παράπλευρη” λεπτομέρεια της αγοράς. Είναι ο πυρήνας του ελληνικού μοντέλου: γενναία ανταμοιβή στο κεφάλαιο, αυστηρή λιτότητα με κοινωνικό περιτύλιγμα για την πλειοψηφία.
Ακόμη πιο προκλητικό είναι το φορολογικό χάσμα. Η ΑΑΔΕ καταγράφει συντελεστές φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων που φτάνουν έως 44%, ενώ το εισόδημα από μερίσματα φορολογείται με 5%. Άρα το μήνυμα του συστήματος είναι κρυστάλλινο: η εργασία, η σύνταξη και η μικρή παραγωγική δραστηριότητα σηκώνουν το κύριο βάρος, ενώ το εισόδημα από το κεφάλαιο περνά από ειδική λωρίδα προνομίων. Αυτό δεν είναι “αναπτυξιακή στρατηγική”. Είναι πολιτική επιλογή αναδιανομής προς τα πάνω.
Και μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ίδια κυβέρνηση ανακοίνωσε τώρα πακέτο μόλις 500 εκατ. ευρώ για νοικοκυριά και αγρότες, ενώ ταυτόχρονα παραδέχθηκε ότι για το 2026 έκοψε την πρόβλεψη ανάπτυξης στο 2% από 2,4% και ανέβασε την πρόβλεψη πληθωρισμού στο 3,2% από 2,2%. Δηλαδή οι πολίτες καλούνται να επιβιώσουν με ακριβότερη ζωή, πιο αδύναμη ανάπτυξη και ένα “βοήθημα” που αντιστοιχεί σε μικρό κλάσμα του υπερπλεονάσματος που παρήγαγαν οι ίδιοι με φόρους, ακρίβεια και συμπιεσμένο εισόδημα.
Το πιο αποκαλυπτικό, όμως, είναι ότι αυτή η τραπεζική ευφορία δεν πατά σε κάποιον αμιγώς “καθαρό” καπιταλισμό επιδόσεων. Το ίδιο το ΔΝΤ σημειώνει ότι η ποιότητα κεφαλαίου των τραπεζών παραμένει προβληματική, με το Deferred Tax Credit να αντιστοιχεί ακόμη στο 41% του εποπτικού κεφαλαίου το 2024Q2, ενώ και η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρει ρητά ότι η κεφαλαιακή ποιότητα εξακολουθεί να συνδέεται με την επιτάχυνση της απομείωσης του DTC. Με άλλα λόγια, το κράτος και ο φορολογούμενος υπήρξαν ο σιωπηρός εγγυητής της σταθεροποίησης, αλλά στο στάδιο της διανομής τα οφέλη ιδιωτικοποιούνται σχεδόν πλήρως.
Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ το “Greece 2.0” κινητοποιεί 35,95 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης. Παρ’ όλα αυτά, η καθημερινή εικόνα για την κοινωνία παραμένει η ίδια: ακριβά ράφια, ακριβή ενέργεια, χαμηλή αγοραστική δύναμη, στεγαστική ασφυξία και ένα κράτος που βαφτίζει “στήριξη” ό,τι περισσεύει αφού πρώτα έχει στραγγίξει την αγορά.
Το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο ότι οι τράπεζες κερδίζουν. Είναι ότι στην Ελλάδα του 2026 τα κέρδη τους αντιμετωπίζονται ως εθνική επιτυχία, ενώ η επιβίωση των πολιτών ως δημοσιονομικός κίνδυνος. Αυτή είναι η πιο ωμή μορφή ταξικής πολιτικής: δισεκατομμύρια για τους λίγους, σταγόνες για τους πολλούς, και από πάνω κυβερνητικός πανηγυρισμός.

