Όταν το νοσοκομείο δεν έχει προσωπικό, δεν κόβεις την ανάσα των εργαζομένων. Καλείς τη Διοίκηση να πει εγγράφως ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη.
Υπάρχει ένα όριο που όταν ξεπεραστεί, η «υπηρεσιακή ανάγκη» παύει να είναι επιχείρημα και γίνεται άλλοθι.
Όταν σε εργαζόμενη νοσοκομείου οφείλονται 6 ημέρες άδειας από το 2024 και 15 ρεπό, δεν μιλάμε για μια απλή εκκρεμότητα στο πρόγραμμα. Μιλάμε για συσσωρευμένη εξάντληση. Μιλάμε για εργασιακή ομηρία. Μιλάμε για ένα σύστημα που λειτουργεί επειδή κάποιοι δεν ξεκουράζονται ποτέ.
Και εδώ το ερώτημα δεν είναι πια αν «βγαίνουν τα νούμερα».
Το ερώτημα είναι άλλο:
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη αν δεν δοθούν οι άδειες;
Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τα χρωστούμενα ρεπό;
Ποιος βάζει την υπογραφή του ότι ένας εξουθενωμένος εργαζόμενος μπορεί να συνεχίσει να δουλεύει με ασφάλεια;
Γιατί προφορικά όλοι ξέρουν να λένε «δεν γίνεται».
Στα χαρτιά όμως;
Εκεί αρχίζει η αλήθεια.
Η άδεια δεν είναι χάρη — είναι δικαίωμα
Να τελειώνουμε με τις κουτοπονηριές.
Η κανονική άδεια δεν είναι μπόνους. Δεν είναι παραχώρηση. Δεν είναι κάτι που δίνεται αν περισσεύει προσωπικό.
Είναι δικαίωμα του εργαζομένου.
Το ρεπό δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο στο πρόγραμμα βαρδιών. Είναι χρόνος ανάπαυσης. Είναι χρόνος αποκατάστασης. Είναι το ελάχιστο που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να μη μετατραπεί σε μηχανή βάρδιας.
Όταν λοιπόν η υπηρεσία χρωστά 6 ημέρες άδειας από το 2024 και 15 ρεπό, η κουβέντα αλλάζει επίπεδο.
Δεν μιλάμε για «κατανόηση».
Δεν μιλάμε για «λίγη υπομονή».
Δεν μιλάμε για «να δούμε πώς θα βγει το καλοκαίρι».
Μιλάμε για συσσωρευμένη παραβίαση της κανονικότητας.
Και απέναντι σε αυτό δεν αρκούν τα λόγια του διαδρόμου. Χρειάζεται πρωτόκολλο. Χρειάζεται αίτηση. Χρειάζεται έγγραφη απάντηση.
Το καλοκαίρι δεν είναι έκτακτη ανάγκη
Κάθε χρόνο το ίδιο παραμύθι.
Έρχεται το καλοκαίρι και ξαφνικά οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν δικαίωμα να ξεκουραστούν.
Λες και το καλοκαίρι ήρθε απροειδοποίητα.
Λες και οι άδειες δεν υπάρχουν στον προγραμματισμό.
Λες και το προσωπικό δεν έχει οικογένεια, παιδιά, σώμα, νεύρα, όρια.
Όχι.
Το καλοκαίρι δεν είναι έκτακτη ανάγκη. Το καλοκαίρι έρχεται κάθε χρόνο. Αν το νοσοκομείο δεν μπορεί να δώσει τις άδειες του προσωπικού του, τότε το πρόβλημα δεν είναι οι εργαζόμενοι. Είναι η υποστελέχωση. Είναι ο σχεδιασμός. Είναι η Διοίκηση. Είναι η Πολιτεία.
Δεν μπορεί κάθε ανεπάρκεια να βαφτίζεται «υπηρεσιακή ανάγκη».
Γιατί όταν η «υπηρεσιακή ανάγκη» γίνεται μόνιμη, τότε δεν είναι ανάγκη. Είναι καθεστώς.
Να απαντήσουν εγγράφως ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη
Εδώ είναι το κλειδί.
Δεν αρκεί να λέει κάποιος προφορικά «δεν γίνεται να πάρεις άδεια».
Δεν αρκεί να λέει «δεν βγαίνει το πρόγραμμα».
Δεν αρκεί να πετάει την ευθύνη στον αέρα.
Όποιος αρνείται άδεια ή μεταθέτει επ’ αόριστον ρεπό, να το κάνει εγγράφως.
Να γράψει:
ποια είναι η συγκεκριμένη υπηρεσιακή ανάγκη,
γιατί δεν μπορεί να καλυφθεί αλλιώς,
ποιος αποφασίζει τη μη χορήγηση,
πότε θα δοθούν οι οφειλόμενες ημέρες,
και κυρίως:
ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη μη χορήγησή τους.
Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς ένα χαρτί. Έχουμε ανθρώπους. Έχουμε εργαζόμενους που μπαίνουν σε βάρδιες κουρασμένοι, πιεσμένοι, εξαντλημένοι. Έχουμε ασθενείς που χρειάζονται φροντίδα από προσωπικό σε πλήρη διαύγεια, όχι από ανθρώπους που έχουν καεί από τη συνεχή πίεση.
Η Διοίκηση δεν μπορεί να ζητά από τους εργαζόμενους να βάζουν πλάτη και την ίδια στιγμή να μην βάζει την υπογραφή της.
Αν υπάρχει απόφαση να μη δοθούν άδειες, να υπάρχει και όνομα.
Αν υπάρχει απόφαση να μη δοθούν ρεπό, να υπάρχει και υπογραφή.
Αν υπάρχει εντολή να συνεχίσει το προσωπικό εξαντλημένο, να υπάρξει και ανάληψη ευθύνης.
Όχι όλα στον αέρα.
Όχι όλα προφορικά.
Όχι όλα στις πλάτες των ίδιων ανθρώπων.
Το ΕΣΥ δεν σώζεται με κλεμμένη ξεκούραση
Αυτό που συμβαίνει στα νοσοκομεία είναι απλό και βαρύ:
το κράτος δεν προσλαμβάνει όσους χρειάζονται,
οι διοικήσεις προσπαθούν να βγάλουν τα προγράμματα με λιγότερους,
και στο τέλος ο εργαζόμενος πληρώνει τη διαφορά.
Τη μία με κομμένη άδεια.
Την άλλη με χρωστούμενο ρεπό.
Την τρίτη με διπλή πίεση.
Την τέταρτη με σιωπή.
Και μετά ακούμε πανηγυρικές δηλώσεις για το «ισχυρό ΕΣΥ».
Ποιο ισχυρό ΕΣΥ;
Το ΕΣΥ που χρωστά ρεπό;
Το ΕΣΥ που δεν μπορεί να δώσει άδειες;
Το ΕΣΥ που βγάζει το καλοκαίρι με εξουθενωμένο προσωπικό;
Το ΕΣΥ που ζητά από τους εργαζόμενους να αντέξουν κι άλλο, επειδή το κράτος δεν έκανε τη δουλειά του;
Αν ένα νοσοκομείο χρειάζεται να στερήσει άδειες για να λειτουργήσει, τότε δεν λειτουργεί κανονικά. Λειτουργεί με βλάβη.
Και αυτή η βλάβη δεν είναι τεχνική. Είναι πολιτική. Είναι διοικητική. Είναι ανθρώπινη.
Όταν σε εργαζόμενη χρωστούν 6 ημέρες άδειας από το 2024 και 15 ρεπό, δεν της χρωστούν απλώς ημέρες.
Της χρωστούν ύπνο.
Της χρωστούν ανάσα.
Της χρωστούν οικογενειακό χρόνο.
Της χρωστούν υγεία.
Της χρωστούν αξιοπρέπεια.
Και γι’ αυτό η απάντηση πρέπει να είναι μία, καθαρή, γραπτή και αδιαπραγμάτευτη:
«Αιτούμαι την άμεση χορήγηση των οφειλόμενων ημερών κανονικής άδειας και των οφειλόμενων ρεπό. Σε περίπτωση μη χορήγησής τους, παρακαλώ να μου απαντήσετε εγγράφως ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη της μη χορήγησής τους, με ποια αιτιολογία, με ποια απόφαση και με ποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα αποκατάστασης».
Γιατί το προσωπικό των νοσοκομείων δεν είναι αναλώσιμο.
Και η κατάρρευση του ΕΣΥ δεν μπορεί να κρύβεται άλλο κάτω από τις κομμένες άδειες και τα χρωστούμενα ρεπό των εργαζομένων.


