Ο Άρειος Πάγος είπε «δεν υπάρχουν νέα στοιχεία». Η κοινωνία όμως βλέπει κάτι άλλο: μια υπόθεση με καταδικασμένους ιδιώτες, σκοτεινές διαδρομές, αναπάντητα ερωτήματα και ένα κράτος που αρνείται να κοιτάξει στον καθρέφτη.
Η υπόθεση των υποκλοπών μπήκε ξανά στο αρχείο. Όχι επειδή απαντήθηκαν όλα. Όχι επειδή φωτίστηκαν όλες οι διαδρομές του Predator. Όχι επειδή αποκαλύφθηκε ποιος πραγματικά είχε τον έλεγχο του μηχανισμού παρακολούθησης. Αλλά επειδή, κατά τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, όσα προέκυψαν από τη δίκη δεν συνιστούν «νέα στοιχεία» ικανά να οδηγήσουν σε ανάσυρση της δικογραφίας.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.
Διότι η Δικαιοσύνη μπορεί να κρίνει αν ένα στοιχείο πληροί τον στενό ποινικό ορισμό του «νέου». Η πολιτική όμως οφείλει να απαντήσει σε κάτι πολύ ευρύτερο: πώς είναι δυνατόν να έχει υπάρξει παράνομο λογισμικό παρακολούθησης, να έχουν στοχοποιηθεί πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πρόσωπα δημοσίου ενδιαφέροντος, να έχουν καταδικαστεί ιδιώτες, και παρ’ όλα αυτά το κεντρικό ερώτημα να παραμένει σχεδόν ανέγγιχτο: ποιος ήταν ο τελικός εντολέας;
Το νομικό αρχείο και το πολιτικό αδιέξοδο
Το σκεπτικό του εισαγγελέα είναι σαφές: τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν ανατρέπουν, κατά την κρίση του, τα συμπεράσματα του προηγούμενου πορίσματος Ζήση. Άρα, δεν δικαιολογείται νέα έρευνα.
Όμως το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μια απλή ποινική δικογραφία. Είναι ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας. Είναι ζήτημα κρατικής ασφάλειας. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Όταν ένα παράνομο λογισμικό μπαίνει σε κινητά ανθρώπων που συνδέονται με την πολιτική, την ενημέρωση και τη δημόσια ζωή, δεν αρκεί να ειπωθεί ότι «δεν βρέθηκε κάτι περισσότερο». Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με τη λογική του «δεν αποδείχθηκε, άρα τελειώσαμε». Λειτουργεί με την απαίτηση της πλήρους διαλεύκανσης, ειδικά όταν το ίδιο το κράτος εμφανίζεται, έστω και πολιτικά, στη σκιά της υπόθεσης.
Το πιο βαρύ ερώτημα δεν απαντήθηκε
Η υπόθεση έχει ήδη ένα παράδοξο: καταδικάστηκαν τέσσερις ιδιώτες επιχειρηματίες για σκέλη που σχετίζονται με το Predator, αλλά το δημόσιο ερώτημα παραμένει κρεμασμένο.
Αν το λογισμικό, όπως έχει καταγγελθεί πολιτικά και όπως έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση, δεν ήταν ένα απλό εργαλείο ιδιωτικής παρακολούθησης, αλλά ένα σύστημα υψηλής τεχνολογίας που κατά κανόνα συνδέεται με κρατικού τύπου χρήσεις, τότε το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος το διέθετε. Είναι ποιος το παρήγγειλε, ποιος το ενεργοποίησε, ποιος το αξιοποίησε και ποιος επωφελήθηκε.
Εδώ δεν αρκεί η απάντηση «δεν ταυτοποιήθηκε». Διότι σε υποθέσεις τέτοιου μεγέθους, η αποτυχία ταυτοποίησης δεν είναι απλώς τεχνικό πρόβλημα. Είναι θεσμικό τραύμα.
Ο «κρεοπώλης», οι κάρτες και η λογική του θολού τοπίου
Ιδιαίτερη σημασία έχει το σκέλος της προπληρωμένης κάρτας, μέσω της οποίας φέρονται να στάλθηκαν τα μολυσμένα SMS προς τον Νίκο Ανδρουλάκη. Ο Άρειος Πάγος επιμένει ότι δεν προκύπτουν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν την προηγούμενη κρίση, παρά τις νεότερες αναφορές για πρόσωπα γύρω από τον φερόμενο κάτοχο της κάρτας.
Αυτή η εικόνα γεννά το πιο απλό ερώτημα: σε μια υπόθεση όπου το τεχνικό ίχνος είναι τόσο κρίσιμο, πώς γίνεται οι διαδρομές να μένουν τόσο θολές; Και πώς γίνεται κάθε νέα ψηφίδα να αντιμετωπίζεται όχι ως ευκαιρία διερεύνησης, αλλά ως ανεπαρκής λόγος για να μη γίνει τίποτα περισσότερο;
Η κοινωνία ακούει «δεν αρκεί». Αλλά αυτό που καταλαβαίνει είναι: δεν θα ψάξουμε άλλο.
Η κατασκοπεία και το επικίνδυνο μήνυμα
Ακόμη βαρύτερο είναι το σκέλος της κατασκοπείας. Ο εισαγγελέας απορρίπτει την ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης, με το επιχείρημα ότι δεν αποδείχθηκε πως στα κινητά των στόχων υπήρχαν κρατικά απόρρητα ή διαβαθμισμένες πληροφορίες.
Αυτό όμως οδηγεί σε μια επικίνδυνη θεσμική συζήτηση. Διότι όταν παρακολουθείται ένας πολιτικός, ένας υπουργός, ένας πρώην υπουργός, ένας αξιωματούχος ή πρόσωπο με πρόσβαση σε ευαίσθητη πληροφόρηση, η ζημιά δεν αρχίζει μόνο όταν βρεθεί το απόρρητο έγγραφο μέσα στο κινητό. Αρχίζει από τη δυνατότητα πρόσβασης. Από τη δυνατότητα εκβιασμού. Από τη δυνατότητα πολιτικής χειραγώγησης. Από το ίδιο το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να βλέπει, να ακούει, να αντιγράφει και να αξιοποιεί προσωπικά ή θεσμικά δεδομένα.
Το κράτος δικαίου δεν μετράει μόνο το έγγραφο που χάθηκε. Μετράει και την πόρτα που άνοιξε.
Η κυβέρνηση πίσω από τη Δικαιοσύνη
Η κυβέρνηση ζητά σεβασμό στη Δικαιοσύνη. Και πράγματι, ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη είναι θεμέλιο της δημοκρατίας. Αλλά ο σεβασμός δεν σημαίνει σιωπή. Δεν σημαίνει απαγόρευση κριτικής. Δεν σημαίνει ότι μια εισαγγελική κρίση ακυρώνει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Το ΠΑΣΟΚ προαναγγέλλει αίτημα για εξεταστική επιτροπή, με ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά να κινούνται προς στήριξη αυτής της κατεύθυνσης, ενώ ήδη διαμορφώνεται νέο πεδίο σύγκρουσης στη Βουλή.
Και εδώ η κυβέρνηση θα βρεθεί μπροστά σε ένα καθαρό δίλημμα: θέλει να κλείσει πολιτικά την υπόθεση πίσω από την εισαγγελική πράξη ή θέλει να επιτρέψει πλήρη κοινοβουλευτική διερεύνηση;
Διότι αν όλα είναι καθαρά, τότε δεν υπάρχει λόγος φόβου. Αν όλα έχουν ερευνηθεί, τότε δεν υπάρχει λόγος άρνησης. Αν όλα έχουν απαντηθεί, τότε η εξεταστική δεν απειλεί κανέναν.
Εκτός αν ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα: ότι δεν έχουν απαντηθεί όλα.
Το αρχείο δεν είναι αθώωση της πολιτικής ευθύνης
Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει σιωπηλά. Μπορεί να λέει ότι η Δικαιοσύνη μίλησε. Μπορεί να κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι εργαλειοποιεί τους θεσμούς.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να κάνει: να πείσει ότι το πολιτικό σκάνδαλο εξαφανίστηκε επειδή η ποινική δικογραφία δεν ανασύρεται.
Το αρχείο είναι νομική πράξη. Δεν είναι ιστορική αθώωση. Δεν είναι πολιτική κάθαρση. Δεν είναι δημοκρατική αποκατάσταση.
Και κυρίως, δεν είναι απάντηση στο ερώτημα που βαραίνει ακόμη τη χώρα:
Ποιος έστησε, ποιος γνώριζε και ποιος ωφελήθηκε από το σύστημα των παρακολουθήσεων;
Η υπόθεση των υποκλοπών μπορεί να έμεινε στο αρχείο της Εισαγγελίας. Δεν μπήκε όμως στο αρχείο της κοινωνίας.
Γιατί τα μεγάλα σκάνδαλα δεν τελειώνουν όταν κλείνει ένας φάκελος. Τελειώνουν όταν απαντηθούν τα ερωτήματα.
Και εδώ, τα ερωτήματα όχι μόνο δεν απαντήθηκαν. Έγιναν ακόμη πιο βαριά.

