Όταν η ίδια η Νέα Δημοκρατία περιγράφει τον εαυτό της καλύτερα από τους αντιπάλους της
Υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζεται να πεις πολλά. Αρκεί να ακούσεις τους ίδιους.
Αρκεί να διαβάσεις τα σχόλια των Νεοδημοκρατών κάτω από τις αναρτήσεις του ίδιου τους του κόμματος. Όχι των πολιτικών αντιπάλων τους. Όχι της αντιπολίτευσης. Όχι κάποιων «εχθρών της παράταξης». Των ίδιων των ανθρώπων που δηλώνουν Νέα Δημοκρατία.
Και εκεί καταλαβαίνεις κάτι πολύ απλό: η μεγαλύτερη πολιτική κριτική στη Νέα Δημοκρατία δεν έρχεται πια απ’ έξω. Έρχεται από μέσα.
Αφορμή αυτή τη φορά στάθηκε η άρνηση του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή να συμμετάσχει στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και η απόσταση του πρώην προέδρου του κόμματος Βαγγέλη Μεϊμαράκη από ενεργό ρόλο, παρά τις πολιτικές πιέσεις και τις παρασκηνιακές προσπάθειες γεφύρωσης.
Και κάπου εκεί άνοιξε το πραγματικό τεφτέρι της παράταξης.
Οι μισοί κατηγορούν τους παλιούς
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν εκείνοι που δεν θέλουν ούτε να ακούσουν για την παλιά Νέα Δημοκρατία.
Κατηγορούν τον Καραμανλή, κατηγορούν τον Μεϊμαράκη, βάζουν στο κάδρο και τον Αντώνη Σαμαρά, τους φορτώνουν την περίοδο της χρεοκοπίας, τα μνημόνια, την ανεργία, τα λουκέτα, τη μετανάστευση των νέων, την κατάρρευση της μεσαίας τάξης.
Με άλλα λόγια, περιγράφουν την Ελλάδα που παρέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: αυτοί τους οποίους σήμερα βρίζουν, ήταν δικοί τους πρωθυπουργοί, δικοί τους αρχηγοί, δικά τους πολιτικά σύμβολα.
Δεν τους κατηγορεί κάποιος αντίπαλος. Τους κατηγορεί η ίδια η βάση που κάποτε τους χειροκροτούσε.
Και το πιο ειρωνικό είναι ότι όσα λένε σήμερα οι ίδιοι οι Νεοδημοκράτες για τη διακυβέρνηση των προηγούμενων δεξιών ηγεσιών, δεν απέχουν και πολύ από όσα λέγαμε χρόνια τώρα όσοι ασκούσαμε κριτική στο σύστημα που οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια, στην κοινωνική διάλυση και στην πολιτική απαξίωση.
Οι άλλοι μισοί κατηγορούν το σημερινό σύστημα
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το άλλο μισό της Νέας Δημοκρατίας.
Εκείνοι που θεωρούν ότι η σημερινή ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη αλλοίωσε πλήρως την παράταξη. Ότι έδιωξε ή περιθωριοποίησε παραδοσιακά στελέχη της Δεξιάς. Ότι μάζεψε γύρω της πρόσωπα χωρίς πολιτική ρίζα, χωρίς ιδεολογική συνέπεια, χωρίς κοινωνικό βάθος.
Μιλούν για ένα κόμμα που, κατά την άποψή τους, δεν θυμίζει πλέον τη Νέα Δημοκρατία όπως την ήξεραν. Ένα κόμμα που έγινε μηχανισμός εξουσίας. Ένα κόμμα που λειτουργεί περισσότερο ως κλειστό σύστημα διαχείρισης συμφερόντων παρά ως μεγάλη λαϊκή παράταξη.
Κατηγορούν το σημερινό κυβερνητικό μοντέλο για αλαζονεία, θεσμική φθορά, σκάνδαλα, επικοινωνιακή χειραγώγηση και απομάκρυνση από κάθε έννοια πολιτικού ήθους.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο πολιτικό παράδοξο: όσα λένε οι εσωκομματικοί αντίπαλοι του Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν είναι πολύ διαφορετικά από όσα λένε οι πιο σκληροί επικριτές του έξω από τη Νέα Δημοκρατία.
Τελικά τι διαφορετικό λέμε εμείς;
Και κάπου εδώ γεννιέται το ερώτημα.
Τι διαφορετικό λέμε εμείς;
Όταν λέμε ότι η Νέα Δημοκρατία της μεταπολίτευσης έχει βαριές ευθύνες για την πορεία της χώρας, το λένε και οι ίδιοι οι σημερινοί υποστηρικτές του Μητσοτάκη για τους προηγούμενους.
Όταν λέμε ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία έχει μετατραπεί σε ένα κλειστό, αλαζονικό, συγκεντρωτικό και βαθιά προβληματικό σύστημα εξουσίας, το λένε και οι ίδιοι οι καραμανλικοί, οι σαμαρικοί, οι παλιοί δεξιοί, οι απογοητευμένοι νεοδημοκράτες.
Άρα, ποιο είναι το πρόβλημα;
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τους κατηγορούμε εμείς. Το πρόβλημα είναι ότι αλληλοκατηγορούνται μόνοι τους.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι τους ασκείται κριτική από έξω. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η παράταξη έχει σπάσει σε κομμάτια που δεν αντέχουν πια το ένα το άλλο.
Οι μεν θεωρούν τους παλιούς υπεύθυνους για τη χρεοκοπία. Οι δε θεωρούν τους σημερινούς υπεύθυνους για τη θεσμική και πολιτική παρακμή.
Και το πιο ενδιαφέρον;
Και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο.
Αν καθίσουν όλοι μαζί σε ένα τραπέζι και πουν καθαρά τι πιστεύουν ο ένας για τον άλλον, δεν θα χρειαστεί καμία αντιπολίτευση να μιλήσει.
Θα τα πουν μόνοι τους.
Η μία πλευρά θα περιγράψει την Ελλάδα που κατέρρευσε.
Η άλλη θα περιγράψει την Ελλάδα που ασφυκτιά.
Και στο τέλος, το συμπέρασμα θα είναι αμείλικτο:
Η Νέα Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από τους αντιπάλους της. Κινδυνεύει από την αλήθεια που λένε τα ίδια της τα κομμάτια μεταξύ τους.

