Έχασε επειδή πήρε δύο βαριές ιστορικές αποφάσεις: κράτησε τη χώρα στο ευρώ και έκλεισε το Μακεδονικό. Το ερώτημα είναι αν σήμερα μπορεί να επιστρέψει όχι ως ανάμνηση, αλλά ως λύση.
Υπάρχουν αλήθειες που όλοι γνωρίζουν. Ακόμη κι εκείνοι που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχασε το 2019 επειδή δεν μιλούσε τέλεια Αγγλικά. Δεν έχασε επειδή κάποιοι τον χλεύαζαν για τη Λέσβο και τη Μυτιλήνη. Αυτά ήταν επικοινωνιακά φτηνά πυροτεχνήματα για να σκεπαστεί η ουσία.
Η ουσία είναι άλλη: ο Τσίπρας πλήρωσε πολιτικά τις δύο μεγάλες επιλογές της διακυβέρνησής του. Την τακτική με την οποία οδήγησε τη χώρα έξω από τη μνημονιακή ασφυξία —δημοψήφισμα, σύγκρουση, υποχώρηση, συμφωνία, εφαρμογή— και την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Και εδώ αρχίζει η σοβαρή συζήτηση.
Το 2015 δεν εξαφανίστηκε – άντεξε
Μετά το δημοψήφισμα, μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου, μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, μετά την πιο οδυνηρή πολιτική αναδίπλωση της μεταπολίτευσης, ο Τσίπρας πήγε σε εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015 και πήρε 35,46% και 145 έδρες. Το 2019, μετά τις Πρέσπες, μετά τη φθορά της εξουσίας και μετά από τέσσερα χρόνια συνεχούς πολιτικού πολέμου, ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε, αλλά κράτησε 31,53% και 86 έδρες. Τα επίσημα στοιχεία της Βουλής καταγράφουν ακριβώς αυτή την αντοχή.
Άρα το αφήγημα ότι «ο Τσίπρας κατέρρευσε» είναι μισή αλήθεια. Ηττήθηκε, αλλά δεν διαλύθηκε. Πλήρωσε, αλλά δεν εξαφανίστηκε. Τσακίστηκε πολιτικά, αλλά δεν βγήκε από το παιχνίδι.
Και αυτό έχει σημασία σήμερα.
Το ευρώ, τα μνημόνια και η σκληρή πραγματικότητα
Μπορεί να ασκηθεί κριτική στην τακτική του 2015. Και πρέπει να ασκηθεί. Για τις αυταπάτες, για τη διαπραγμάτευση, για τις καθυστερήσεις, για το κόστος, για τις συγκρούσεις που δεν είχαν σχέδιο εξόδου.
Όμως υπάρχει και κάτι που δεν μπορεί εύκολα να διαγραφεί: η χώρα έμεινε στο ευρώ. Βγήκε από τα μνημόνια. Πέτυχε ρύθμιση χρέους. Επανήλθε στις αγορές. Και παρέδωσε δημόσια ταμεία με αποθεματικό, όχι κρανίου τόπο.
Αυτό δεν σημαίνει αγιογραφία. Σημαίνει πολιτικός απολογισμός. Σημαίνει ότι η Ιστορία δεν γράφεται με σποτάκια, ούτε με ειρωνείες, ούτε με τηλεοπτικές ατάκες. Γράφεται με αποφάσεις που άλλοι τις παίρνουν και άλλοι τις καταγγέλλουν εκ του ασφαλούς.
Οι Πρέσπες ξεγύμνωσαν την υποκρισία
Η Συμφωνία των Πρεσπών ήταν το δεύτερο μεγάλο πολιτικό κόστος. Χαρακτηρίστηκε «προδοσία» από εκείνους που ήξεραν πολύ καλά ότι, μόλις γίνουν κυβέρνηση, δεν θα την καταργήσουν. Και δεν την κατάργησαν.
Διότι άλλο η δημαγωγία στην πλατεία και άλλο η ευθύνη του κράτους. Άλλο να φωνάζεις από τα έδρανα της αντιπολίτευσης και άλλο να κάθεσαι στο γραφείο όπου μπαίνουν οι φάκελοι της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας, του ΝΑΤΟ, των Βαλκανίων, των συνόρων και των συμμαχιών.
Η ίδια η Συμφωνία προέβλεπε ότι η ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. θα γίνει με το όνομα και τις ορολογίες που ορίζει το κείμενό της. Δηλαδή, δεν ήταν μια επικοινωνιακή «παραχώρηση», αλλά μια διεθνής ρύθμιση με γεωπολιτική βαρύτητα.
Και η ζωή απέδειξε κάτι απλό: όσοι την κατήγγειλαν ως εθνική καταστροφή, την κράτησαν. Όσοι την έλεγαν προδοσία, την ενσωμάτωσαν στη συνέχεια του κράτους. Όσοι φώναζαν ότι θα τη σκίσουν, τελικά τη διαχειρίστηκαν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πλήγωσε τον εαυτό του
Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο αντίπαλος. Ήταν και το ίδιο το κόμμα. Οι τάσεις, οι ομάδες, οι προσωπικές στρατηγικές, οι φιλόδοξοι αρχηγίσκοι, οι μικρομηχανισμοί και οι εσωτερικοί εμφύλιοι έκαναν στον ΣΥΡΙΖΑ αυτό που δεν μπόρεσαν να του κάνουν μόνοι τους οι αντίπαλοι: τον αποσυνέθεσαν από μέσα.
Αντί να γίνει κόμμα εξουσίας με καθαρή ταυτότητα, έγινε πεδίο διευθετήσεων. Αντί να οργανώσει την κοινωνική αντιπολίτευση, αναλώθηκε σε εσωτερικές ισορροπίες. Αντί να χτίσει νέα πλειοψηφία, άφησε το πολιτικό του κεφάλαιο να σκορπιστεί σε προσωπικές φιλοδοξίες και μικρές αυλές.
Και όταν η κοινωνία ζητούσε σοβαρότητα, εκείνος συχνά έδινε εικόνα διάλυσης.
Το ερώτημα της επιστροφής
Σήμερα, μετά τη φθορά της διακυβέρνησης Μητσοτάκη, μετά την κοινωνική πίεση, μετά τα σκάνδαλα, μετά την ακρίβεια, μετά την κόπωση μιας χώρας που βλέπει πολλά να λειτουργούν για λίγους και λίγα για τους πολλούς, το ερώτημα επιστρέφει:
Μπορεί ο Τσίπρας να γίνει ξανά παράγοντας λύσης;
Όχι ως παλιός αρχηγός που ζητά δικαίωση. Όχι ως νοσταλγία του 2015. Όχι ως επιστροφή στο χθες. Αλλά ως πιο ώριμος, πιο έμπειρος, πιο διδαγμένος πολιτικός παίκτης, που ξέρει πλέον τι σημαίνει εξουσία, τι σημαίνει σύγκρουση, τι σημαίνει ήττα και τι σημαίνει κόστος.
Διότι η χώρα δεν χρειάζεται άλλη μία διαχείριση. Χρειάζεται πολιτικό σχέδιο. Χρειάζεται κοινωνική συμμαχία. Χρειάζεται θεσμική ανάταξη. Χρειάζεται οικονομική δικαιοσύνη. Χρειάζεται να ξαναπιστέψει ότι η πολιτική δεν είναι μόνο μηχανισμός εξυπηρέτησης συμφερόντων, αλλά εργαλείο αλλαγής.
Ο Τσίπρας έκανε λάθη. Μεγάλα. Πλήρωσε επιλογές. Βαριές. Ηττήθηκε. Αμφισβητήθηκε. Προδόθηκε και από τις αυταπάτες του και από τους μηχανισμούς του χώρου του.
Αλλά έμεινε όρθιος.
Και τώρα το ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψει ο Τσίπρας για να δικαιώσει τον εαυτό του.
Το ερώτημα είναι αν μπορεί να επιστρέψει για να δικαιώσει ξανά μια κοινωνία που έμαθε να ελπίζει, απογοητεύτηκε, αλλά δεν παραιτήθηκε.
Γιατί η ελπίδα, αν μείνει σύνθημα, πεθαίνει.
Αν γίνει πράξη, ξαναγράφει Ιστορία.

