Η φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι πια πολιτικό γεγονός. Το ερώτημα είναι αν η κοινωνική δυσαρέσκεια θα γίνει οργανωμένη ελπίδα ή θα χαθεί ξανά μέσα στον θόρυβο.
Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο να ζει με το αίσθημα ότι όλα γλιστρούν: οι θεσμοί, η Δικαιοσύνη, η οικονομία των νοικοκυριών, η αξιοπρέπεια του πολίτη, η θέση της χώρας. Η κριτική στην κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν χτυπά κλειστές πόρτες. Χτυπά πόρτες ήδη ανοιχτές. Η κοινωνία βλέπει, συγκρίνει, πληρώνει και καταλαβαίνει.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν καθαρή φθορά της κυβέρνησης και ισχυρό αίτημα πολιτικής αλλαγής, παρότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί προβάδισμα σε αρκετές μετρήσεις. Η Marc κατέγραψε αρνητική ή μάλλον αρνητική αξιολόγηση της κυβερνητικής θητείας στο 60,7%, ενώ η MRB εμφάνισε το 67,9% να απαντά ότι η ΝΔ δεν αξίζει τρίτη κυβερνητική θητεία.
Η οργή υπάρχει. Λείπει η πολιτική διέξοδος
Η κοινωνία δεν χρειάζεται απλώς κάποιον να της περιγράψει την πληγή. Την ξέρει. Τη ζει κάθε μήνα στον λογαριασμό, κάθε μέρα στην ανασφάλεια, κάθε φορά που νιώθει ότι το κράτος λειτουργεί για τους ισχυρούς και όχι για τον πολίτη.
Το ζητούμενο δεν είναι πια μόνο η καταγγελία. Είναι η αντικατάσταση της φθοράς με σχέδιο. Η μετατροπή της αγανάκτησης σε πολιτικό πρόγραμμα. Η μετάβαση από το «δεν πάει άλλο» στο «υπάρχει δρόμος».
Εκεί ακριβώς κρίνεται το νέο εγχείρημα γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Όχι ως νοσταλγία. Όχι ως επιστροφή στο χθες. Αλλά ως δυνατότητα να συγκροτηθεί ένας νέος πολιτικός οργανισμός που θα μιλήσει ξανά με σοβαρότητα, ρεαλισμό και ευθύνη στον κόσμο που σήμερα νιώθει πολιτικά άστεγος.
Πρόγραμμα, πρόσωπα, αξιοπιστία
Η επιτυχία δεν θα έρθει με συνθήματα. Θα έρθει με τρεις προϋποθέσεις.
Πρώτον, με ρεαλιστικό πρόγραμμα. Όχι ευχολόγιο. Όχι αόριστες υποσχέσεις. Αλλά συγκεκριμένη πρόταση για μισθούς, ακρίβεια, δημόσια υγεία, παιδεία, παραγωγή, θεσμούς, ασφάλεια και εθνική στρατηγική. Ένα πρόγραμμα που θα δίνει στον χειμαζόμενο λαό προοπτική και στην πατρίδα ρόλο σταθερότητας, ειρήνης και αξιοπρέπειας στην περιοχή.
Δεύτερον, με καθαρά πρόσωπα. Με ανθρώπους έντιμους, άφθαρτους, καταρτισμένους, με πραγματικό αποτύπωμα στην επιστήμη, την κοινωνία, την εργασία, την αγορά, την αυτοδιοίκηση. Όχι ανακύκλωση μηχανισμών. Όχι επετηρίδες. Όχι κομματικοί στρατοί χωρίς κοινωνική αναφορά.
Τρίτον, με πολιτική αυτογνωσία. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας οφείλει να μιλήσει καθαρά. Να αναδείξει τις επιτυχίες της κυβερνητικής του θητείας, που επιτεύχθηκαν μέσα σε συνθήκες ασφυξίας και με θυσίες του ελληνικού λαού. Να απαντήσει στην πολυετή επιχείρηση αποδόμησης του προσώπου του. Αλλά και να αναγνωρίσει, με θάρρος, τα λάθη της απειρίας, των συσχετισμών και των εκβιαστικών συνθηκών της εποχής.
Η αυτοκριτική δεν μικραίνει έναν ηγέτη. Τον μεγαλώνει. Η αλαζονεία μικραίνει την πολιτική. Η αλήθεια την επαναφέρει.
Δεν αρκεί να φύγει η κυβέρνηση — πρέπει να έρθει κάτι καλύτερο
Το μεγάλο λάθος θα ήταν να θεωρηθεί ότι η φθορά της κυβέρνησης αρκεί από μόνη της. Δεν αρκεί. Η κοινωνία μπορεί να είναι θυμωμένη, αλλά δεν είναι αφελής. Δεν θα δώσει λευκή επιταγή σε κανέναν.
Θέλει εγγυήσεις. Θέλει σοβαρότητα. Θέλει ανθρώπους που δεν θα της πουν απλώς «εμπιστευθείτε μας», αλλά θα της δείξουν γιατί αξίζουν την εμπιστοσύνη της.
Αυτό είναι το στοίχημα: να γεννηθεί μια νέα πολιτική πρόταση με νου και γνώση. Με κοινωνική ευαισθησία, αλλά και κυβερνητική επάρκεια. Με πατριωτική ευθύνη, αλλά χωρίς εθνικιστικές κορώνες. Με δημοκρατικό ήθος, αλλά χωρίς θεσμική αφέλεια. Με ριζοσπαστισμό στην ουσία, όχι στο θέαμα.
Η χώρα χρειάζεται επανεκκίνηση αξιοπρέπειας
Δεν αντέχουμε άλλο μια Ελλάδα της διαφθοράς, της κλεπτοκρατίας, της αδικίας, της θεσμικής καταρράκωσης, της δημοκρατικής συρρίκνωσης και της εξωτερικής υποτέλειας. Δεν αντέχουμε άλλο μια πολιτική που ζητά από τους πολλούς να σιωπούν, ενώ οι λίγοι συνεχίζουν να μοιράζονται ισχύ, προνόμια και ασυλία.
Αυτή η Ελλάδα δεν μας αξίζει.
Μας αξίζει μια χώρα που σέβεται τον πολίτη. Που προστατεύει τον αδύναμο. Που επιβραβεύει την εργασία. Που δεν φοβάται τη Δικαιοσύνη. Που δεν μετατρέπει το κράτος σε λάφυρο. Που δεν κυβερνά με φόβο, προπαγάνδα και εξαρτήσεις.
Η επόμενη μέρα, όμως, δεν θα χαριστεί. Θα κερδηθεί. Με σχέδιο. Με πρόσωπα. Με αλήθεια. Με λαό.
Και πάνω απ’ όλα, με νου και γνώση.


