Η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο δεν είναι μια γιορτή φιλίας. Είναι μια σκηνοθετημένη ανακωχή ανάμεσα στις δύο δυνάμεις που συγκρούονται για το εμπόριο, την τεχνολογία, την Ταϊβάν, το Ιράν και την παγκόσμια ισχύ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να αποκαλεί τον Σι Τζινπίνγκ «φίλο» του. Ο Κινέζος πρόεδρος μπορεί να απαντά με τελετές, στρατιωτικά αγήματα, σημαίες και επίσημες δεξιώσεις. Όμως πίσω από το χαμόγελο, τη χειραψία και τις δημόσιες φιλοφρονήσεις, ΗΠΑ και Κίνα γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν συναντώνται ως φίλοι. Συναντώνται ως αντίπαλοι που δεν μπορούν ακόμη να αντέξουν το κόστος μιας ανοιχτής ρήξης.
Η σύνοδος Τραμπ – Σι στο Πεκίνο γίνεται με φόντο μια βαριά ατζέντα: εμπορικός πόλεμος, τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη, Ταϊβάν, Ιράν, Στενά του Ορμούζ και παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Τα διεθνή πρακτορεία μεταδίδουν ότι οι συνομιλίες επικεντρώνονται ακριβώς σε αυτά τα πεδία, ενώ οι αναλυτές προειδοποιούν πως οι μεγάλες θεαματικές συμφωνίες δεν είναι καθόλου βέβαιες.
Η διπλωματία της κολακείας
Ο Τραμπ ξέρει να μετατρέπει τη διπλωματία σε προσωπικό θέαμα. Θέλει τη μεγάλη εικόνα, τη μεγάλη αίθουσα, τη μεγάλη χειραψία, τη μεγάλη δήλωση. Ο Σι, από την άλλη, ξέρει να χρησιμοποιεί την τελετουργία ως πολιτικό εργαλείο. Δεν χαρίζει τιμές από ευγένεια. Τις χρησιμοποιεί για να στείλει μήνυμα ισχύος, αυτοπεποίθησης και ιστορικού βάθους.
Οι New York Times, όπως μεταφέρει η «Καθημερινή», συμπυκνώνουν εύστοχα την αντίφαση: για κάθε δήλωση φιλίας υπάρχει και μια ανησυχία για τις στρατιωτικές φιλοδοξίες της άλλης πλευράς· για κάθε φιλοφρόνηση υπάρχει και μια υποψία. Αυτή είναι η πραγματική φύση της σχέσης Τραμπ – Σι: δημόσια οικειότητα, στρατηγική δυσπιστία.
Δεν πρόκειται, λοιπόν, για σχέση εμπιστοσύνης. Πρόκειται για σχέση διαχείρισης κινδύνου. Ο Τραμπ θέλει συμφωνίες που να μπορεί να παρουσιάσει ως νίκη στους Αμερικανούς εργαζόμενους, αγρότες και επιχειρηματίες. Ο Σι θέλει να δείξει ότι η Κίνα δεν υποχωρεί μπροστά στην Ουάσιγκτον και ότι μπορεί να συνομιλεί με τις ΗΠΑ ως ισότιμη υπερδύναμη.
Τα χαμόγελα δεν κρύβουν τα αγκάθια
Το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ βάζουν νέο βάρος στη συνάντηση. Η Ουάσιγκτον θέλει από το Πεκίνο να πιέσει την Τεχεράνη, επειδή η Κίνα έχει ισχυρά ενεργειακά και εμπορικά συμφέροντα στην περιοχή. Το Πεκίνο, όμως, δεν έχει κανέναν λόγο να λειτουργήσει ως απλό συμπλήρωμα της αμερικανικής στρατηγικής. Θέλει σταθερότητα, αλλά όχι αμερικανική ηγεμονία. Θέλει ανοιχτούς θαλάσσιους δρόμους, αλλά όχι να εμφανιστεί ως ακόλουθος του Τραμπ.
Στην Ταϊβάν, η ένταση είναι ακόμη πιο βαθιά. Για τις ΗΠΑ, η Ταϊβάν είναι κόμβος ασφάλειας, τεχνολογίας και αξιοπιστίας στον Ινδοειρηνικό. Για την Κίνα, είναι ζήτημα εθνικής ολοκλήρωσης και κόκκινη γραμμή. Κάθε αμερικανική πώληση όπλων, κάθε πολιτική δήλωση, κάθε στρατιωτική κίνηση στην περιοχή διαβάζεται από το Πεκίνο ως μήνυμα σύγκρουσης.
Στο εμπόριο, η μάχη είναι εξίσου σκληρή. Ο Τραμπ θέλει να εμφανιστεί ως πρόεδρος που «άνοιξε» την κινεζική αγορά για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Η Κίνα, όμως, κρατά στα χέρια της κρίσιμα χαρτιά: σπάνιες γαίες, βιομηχανικές αλυσίδες, τεχνολογική παραγωγή και τεράστια εσωτερική αγορά. Οι συνομιλίες περιλαμβάνουν εμπορική ανακωχή, αγροτικές αγορές, επενδυτικά φόρουμ, πυρηνικά, τεχνητή νοημοσύνη και τεχνολογικούς περιορισμούς.
Η μεγάλη ψευδαίσθηση της προσωπικής σχέσης
Το πρόβλημα του Τραμπ είναι ότι συχνά πιστεύει πως η προσωπική χημεία μπορεί να υποκαταστήσει τη γεωπολιτική. Ότι ένας ισχυρός ηγέτης μπορεί να «γοητεύσει» έναν άλλον ισχυρό ηγέτη και να μετατρέψει τη σύγκρουση συμφερόντων σε προσωπική συνεννόηση.
Μόνο που ο Σι δεν λειτουργεί έτσι.
Ο Σι δεν είναι ηγέτης των παρορμήσεων. Είναι ηγέτης συστήματος. Εκπροσωπεί ένα κράτος-μηχανισμό με μακροπρόθεσμη στρατηγική, εσωτερική πειθαρχία και ψυχρή αντίληψη ισχύος. Μπορεί να χαμογελά, να υποδέχεται, να χειροκροτεί και να κολακεύει. Αλλά δεν ξεχνά ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ο βασικός συστημικός ανταγωνιστής της Κίνας.
Γι’ αυτό και η επίσκεψη στο Πεκίνο δεν είναι η αρχή μιας νέας εποχής φιλίας. Είναι ένα προσωρινό πάγωμα της σύγκρουσης σε τελετουργική συσκευασία. Μια ανακωχή με μετάξι, κόκκινα χαλιά και κάμερες.
Το πραγματικό μήνυμα
Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο δεν οδηγούνται σήμερα σε έναν κλασικό πόλεμο. Οδηγούνται σε κάτι πιο σύνθετο: σε έναν μακρύ, πολυεπίπεδο ανταγωνισμό, όπου το εμπόριο, η τεχνολογία, η ενέργεια, οι θάλασσες, τα νομίσματα, τα λιμάνια, τα τσιπ και οι στρατιωτικές ισορροπίες γίνονται κομμάτια της ίδιας παγκόσμιας παρτίδας.
Ο Τραμπ χρειάζεται μια εικόνα επιτυχίας. Ο Σι χρειάζεται μια εικόνα αντοχής. Ο ένας πουλάει συμφωνίες. Ο άλλος πουλάει ιστορική υπομονή.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η ουσία: οι φιλοφρονήσεις δεν είναι απόδειξη εμπιστοσύνης. Είναι μέρος της μάχης.
Στο Πεκίνο δεν συναντήθηκαν δύο φίλοι. Συναντήθηκαν δύο αυτοκρατορικές λογικές που προσωρινά χαμογελούν, επειδή ξέρουν πως η σύγκρουση κοστίζει.
Ο Τραμπ θέλει να γυρίσει στην Ουάσιγκτον με συμφωνίες.
Ο Σι θέλει να μείνει στο Πεκίνο με κύρος.
Και ο κόσμος παρακολουθεί μια χειραψία που μοιάζει θερμή, αλλά από κάτω της τρίζει ολόκληρη η αρχιτεκτονική της παγκόσμιας τάξης.

