Η τραγωδία της Ηλιούπολης δεν είναι «θέμα». Είναι κατηγορητήριο για μια κοινωνία που βλέπει τα σημάδια μόνο όταν είναι πια αργά.
Υπάρχουν στιγμές που η δημοσιογραφία οφείλει να σωπαίνει μπροστά στον πόνο.
Και υπάρχουν στιγμές που οφείλει να μιλάει δυνατά — όχι για να εκμεταλλευτεί την τραγωδία, αλλά για να δείξει τις ευθύνες που κρύβονται πίσω από αυτήν.
Η υπόθεση των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη δεν μπορεί να γίνει άλλο ένα τηλεοπτικό «θέμα», με λεπτομέρειες, διαρροές, υπονοούμενα και δήθεν αναλύσεις. Δεν είναι υλικό για περιέργεια. Δεν είναι υπόθεση για κανιβαλισμό. Δεν είναι «ιστορία» για να καταναλωθεί και να ξεχαστεί.
Είναι ένα μαύρο καμπανάκι.
Για την οικογένεια.
Για το σχολείο.
Για την Πολιτεία.
Για τα Μέσα Ενημέρωσης.
Για όλους μας.
Γιατί πίσω από κάθε παιδί που φτάνει στο ακραίο σημείο της απόγνωσης, υπάρχει σχεδόν πάντα μια διαδρομή. Σημάδια που δεν διαβάστηκαν. Σιωπές που δεν ακούστηκαν. Πληγές που έμειναν χωρίς φροντίδα. Μια μοναξιά που δεν φάνηκε ποτέ στα μάτια των ενηλίκων.
Το πιο τρομακτικό δεν είναι μόνο οι αριθμοί. Είναι η σιωπή.
Οι ειδικοί λένε ότι οι αυτοκτονίες εφήβων στην Ελλάδα παραμένουν σχετικά σπάνιες. Αυτό όμως δεν παρηγορεί κανέναν. Ούτε αναιρεί το μέγεθος του προβλήματος.
Γιατί δίπλα στις αυτοκτονίες υπάρχουν οι απόπειρες.
Δίπλα στις απόπειρες υπάρχουν οι αυτοτραυματισμοί.
Δίπλα στους αυτοτραυματισμούς υπάρχουν οι κλήσεις για βοήθεια.
Και δίπλα στις κλήσεις υπάρχουν χιλιάδες παιδιά που δεν καλούν ποτέ κανέναν.
Παιδιά που κλείνονται στο δωμάτιό τους.
Παιδιά που πιέζονται από το σχολείο, το σπίτι, το διαδίκτυο, την εικόνα τους, τις προσδοκίες των άλλων.
Παιδιά που νιώθουν ότι δεν χωρούν πουθενά.
Παιδιά που μοιάζουν «ήσυχα», «καλά», «ευγενικά», «καλοί μαθητές» — και ακριβώς γι’ αυτό κανείς δεν φαντάζεται τι μπορεί να κουβαλούν μέσα τους.
Αυτή είναι η πιο ύπουλη πλευρά της εφηβικής απόγνωσης:
πολλές φορές δεν φωνάζει.
Σβήνει αθόρυβα.
Το σχολείο δεν μπορεί να είναι μόνο μηχανή Πανελλαδικών
Ας πούμε τα πράγματα καθαρά.
Το ελληνικό σχολείο έχει μάθει να μετράει βαθμούς, απουσίες, επιδόσεις, διαγωνίσματα και μόρια.
Δεν έχει μάθει πάντα να μετράει αγωνία.
Δεν έχει μάθει να εντοπίζει εγκαίρως την απομόνωση.
Δεν έχει μάθει να βλέπει τον μαθητή ως παιδί και όχι μόνο ως υποψήφιο εξεταζόμενο.
Ένας έφηβος δεν είναι καρτέλα βαθμολογίας.
Δεν είναι μηχανή παραγωγής μορίων.
Δεν είναι «επιτυχία» ή «αποτυχία» ανάλογα με το αποτέλεσμα μιας εξέτασης.
Κι όμως, για πολλά παιδιά, το σχολείο γίνεται χώρος πίεσης και όχι ασφάλειας. Γίνεται πεδίο σύγκρισης, φόβου και εξάντλησης. Και όταν σε αυτό προστίθεται η απουσία σταθερής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, τότε η Πολιτεία δεν μπορεί να παριστάνει την έκπληκτη.
Δεν αρκεί να υπάρχουν ειδικοί «διαθέσιμοι» κάπου στο σύστημα.
Το παιδί χρειάζεται στήριξη εκεί που ζει την καθημερινότητά του.
Στο σχολείο.
Στην τάξη.
Στην αυλή.
Στο περιβάλλον όπου μπορεί κάποιος να δει ότι κάτι αλλάζει πριν γίνει τραγωδία.
Η ψηφιακή μοναξιά μιας γενιάς που είναι πάντα συνδεδεμένη
Η σημερινή εφηβεία ζει μέσα σε έναν ασφυκτικό συνδυασμό:
σχολική πίεση, οικογενειακή αγωνία, οικονομική ανασφάλεια, κοινωνική σύγκριση και ψηφιακή έκθεση.
Το κινητό δεν είναι πια απλώς ένα αντικείμενο.
Είναι σχολική αυλή.
Είναι καθρέφτης.
Είναι δικαστήριο.
Είναι μηχανισμός αποδοχής και απόρριψης.
Είναι πολλές φορές και πεδίο βίας.
Ο διαδικτυακός εκφοβισμός, οι απειλές, η διαρροή προσωπικών δεδομένων, η παραποίηση εικόνων με τεχνητή νοημοσύνη, η αδιάκοπη σύγκριση με «τέλειες» ζωές που δεν υπάρχουν — όλα αυτά δημιουργούν έναν ψυχικό θόρυβο που οι ενήλικες συχνά υποτιμούν.
Λέμε στα παιδιά «μην ασχολείσαι».
Αλλά για εκείνα, πολλές φορές, αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος τους.
Και εκεί ακριβώς χρειάζεται γνώση, πρόληψη, εκπαίδευση, παρουσία. Όχι κηρύγματα. Όχι ειρωνείες. Όχι το γνωστό «εμείς στην ηλικία σας δεν είχαμε τέτοια». Η κάθε γενιά έχει τις δικές της πληγές. Και η σημερινή γενιά έχει μάθει να πονάει δημόσια, αλλά να καταρρέει ιδιωτικά.
Το κράτος μετά την τραγωδία δεν λέγεται πρόληψη
Το ελληνικό κράτος έχει μια διαχρονική παθογένεια: εμφανίζεται με καθυστέρηση.
Μετά το περιστατικό.
Μετά την καταγγελία.
Μετά τη δημοσιότητα.
Μετά την απώλεια.
Τότε ξεκινούν οι έρευνες. Τότε γίνονται οι δηλώσεις. Τότε ανακαλύπτουμε τα κενά. Τότε όλοι μιλούν για την ανάγκη ενίσχυσης των δομών.
Αλλά η ψυχική υγεία των παιδιών δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους έκτακτης ανάγκης.
Δεν μπορεί μια οικογένεια να περιμένει μήνες για αξιολόγηση.
Δεν μπορεί οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας να είναι εξαντλημένες.
Δεν μπορεί να μην υπάρχει ενιαία καταγραφή αποπειρών και αυτοτραυματισμών.
Δεν μπορεί ένα παιδί να φτάνει στα επείγοντα και μετά να χάνεται από το σύστημα.
Αυτό δεν είναι κράτος πρόνοιας.
Είναι κράτος καθυστέρησης.
Και στην ψυχική υγεία των παιδιών, η καθυστέρηση κοστίζει.
Και τα ΜΜΕ έχουν ευθύνη — μεγάλη ευθύνη
Η κάλυψη τέτοιων υποθέσεων είναι τεστ σοβαρότητας για τη δημοσιογραφία.
Όταν δημοσιοποιούνται προσωπικά σημειώματα, όταν αναπαράγονται λεπτομέρειες, όταν η κάμερα ψάχνει το πιο φορτισμένο πλάνο, όταν η ανθρώπινη τραγωδία γίνεται τηλεοπτικό προϊόν, τότε δεν μιλάμε για ενημέρωση.
Μιλάμε για προσβολή.
Προσβολή στη μνήμη των παιδιών.
Προσβολή στις οικογένειες.
Προσβολή στη δεοντολογία.
Προσβολή στην ίδια την κοινωνία.
Η δημοσιογραφία δεν είναι εκεί για να ξεγυμνώνει τον πόνο. Είναι εκεί για να αποκαλύπτει ευθύνες. Να προστατεύει τους ευάλωτους. Να ανοίγει συζητήσεις που σώζουν ζωές, όχι να αναπαράγει υλικό που μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη βλάβη.
Σε τέτοιες στιγμές, η λεπτομέρεια δεν είναι δύναμη.
Η αυτοσυγκράτηση είναι δύναμη.
Η τραγωδία της Ηλιούπολης δεν πρέπει να ξεχαστεί όταν κλείσουν οι κάμερες.
Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη.
Το ερώτημα είναι τι δεν είδαμε.
Τι δεν ακούσαμε.
Τι δεν προλάβαμε.
Τι δεν οργανώσαμε ως κοινωνία.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται μια Πολιτεία που συγκινείται μετά.
Χρειάζονται μια Πολιτεία που προλαμβάνει πριν.
Δεν χρειάζονται σχολεία που τα βλέπουν μόνο ως βαθμούς.
Χρειάζονται σχολεία που τα βλέπουν ως ανθρώπους.
Δεν χρειάζονται ΜΜΕ που κάνουν τον πόνο τους θέαμα.
Χρειάζονται δημοσιογραφία που σέβεται, προστατεύει και φωτίζει τις πραγματικές αιτίες.
Και πάνω απ’ όλα, τα παιδιά χρειάζονται ενήλικες που να αντέχουν να τα ακούσουν.
Όχι όταν είναι αργά.
Τώρα.
Χρήσιμη πληροφορία για το τέλος του άρθρου
Αν κάποιος έχει σκέψεις αυτοκτονίας ή νιώθει ότι βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο, πρέπει να ζητήσει άμεσα βοήθεια από άνθρωπο εμπιστοσύνης ή από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα λειτουργεί η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018, ενώ για παιδιά και εφήβους υπάρχει η Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056.

