Πίσω από τα βραβεία, τις τελετές και τα χειροκροτήματα, υπάρχει μια άλλη ιστορία. Η ιστορία των ιδιωτικοποιήσεων, της απώλειας δημόσιου πλούτου και μιας Ευρώπης που συχνά βαφτίζει την εκποίηση “μεταρρύθμιση”.
Πηγή – επιμέλεια: Το άρθρο βασίζεται σε κείμενο που αποδίδεται στον Marco Travaglio και την ιταλική εφημερίδα Il Fatto Quotidiano. Η μετάφραση, μεταφορά και επεξεργασία φέρει την υπογραφή του Nikos Papiggis, dott. Architetto, Firenze e Atene.
Ο Μάριο Ντράγκι μπορεί σήμερα να βραβεύεται, να χειροκροτείται και να παρουσιάζεται ως μία από τις μεγάλες μορφές της ευρωπαϊκής σταθερότητας. Όμως η δημόσια εικόνα ενός τεχνοκράτη δεν μπορεί να σβήσει τις πολιτικές συνέπειες των επιλογών με τις οποίες συνδέθηκε.
Γιατί ο Ντράγκι δεν είναι μόνο ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Δεν είναι μόνο ο άνθρωπος του περίφημου «whatever it takes», που προβλήθηκε ως σωτήρας του ευρώ. Είναι και ο τεχνοκράτης που βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις πιο αμφιλεγόμενες περιόδους της ιταλικής οικονομικής ιστορίας: της μεγάλης ιδιωτικοποίησης της δεκαετίας του 1990.
Και εκεί, πίσω από τους τίτλους και τις ευρωπαϊκές διακρίσεις, αρχίζει η άλλη ιστορία.
Το 1992 και η Ιταλία σε πίεση
Το 1992 η Ιταλία βρισκόταν σε βαθιά πολιτική και οικονομική αναταραχή. Το σκάνδαλο Tangentopoli συγκλόνιζε το πολιτικό σύστημα. Η λιρέτα δεχόταν ισχυρές πιέσεις. Το δημόσιο χρέος είχε φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Η χώρα έμπαινε στη στενωπό του Μάαστριχτ και των ευρωπαϊκών δεσμεύσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Μάριο Ντράγκι, ως Γενικός Διευθυντής του ιταλικού Υπουργείου Οικονομικών, είχε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που άνοιξε τον δρόμο για τις μεγάλες ιδιωτικοποιήσεις.
Το Διάταγμα 333/1992, σύμφωνα με το υλικό στο οποίο βασίζεται το παρόν άρθρο, μετέτρεψε δημόσιους φορείς σε ανώνυμες εταιρείες, δημιουργώντας τη νομική και οικονομική βάση για την πώληση κρίσιμων κρατικών περιουσιακών στοιχείων.
Η επίσημη εξήγηση ήταν γνωστή: λιγότερο κράτος, περισσότερη αγορά, κεφάλαια, αξιοπιστία, μείωση του χρέους.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: ποιος κέρδισε τελικά από αυτή τη μετάβαση;
Το Britannia: η εικόνα που δεν ξεχάστηκε
Στις 2 Ιουνίου 1992, την ώρα που η Ιταλία γιόρταζε την Ημέρα της Δημοκρατίας, πραγματοποιήθηκε μια συνάντηση που έμελλε να γίνει σύμβολο. Το βρετανικό βασιλικό γιοτ Britannia, αγκυροβολημένο στην Τσιβιταβέκια, φιλοξένησε συζητήσεις με Ιταλούς τεχνοκράτες, τραπεζίτες, δημόσιους παράγοντες και εκπροσώπους μεγάλων διεθνών επενδυτικών οίκων.
Σύμφωνα με το κείμενο που μεταφέρθηκε στα ελληνικά από τον Nikos Papiggis, ανάμεσα στα ονόματα που συνδέθηκαν με εκείνη τη συνάντηση ήταν ο Μάριο Ντράγκι, στελέχη του ιταλικού οικονομικού μηχανισμού, τραπεζίτες, δημόσιοι μάνατζερ και εκπρόσωποι διεθνών χρηματοπιστωτικών συμφερόντων.
Από τότε, το Britannia έμεινε στη συλλογική μνήμη ως κάτι περισσότερο από μια συνάντηση. Έγινε σύμβολο καχυποψίας. Σύμβολο μιας Ιταλίας που, υπό πίεση, άνοιγε τις πόρτες της στους αγοραστές του δημόσιου πλούτου της.
Ήταν όλα προϊόν συνωμοσίας; Όχι απαραίτητα. Ήταν όμως μια πολιτικά βαρύτατη στιγμή; Αναμφίβολα.
Γιατί όταν μια χώρα βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και την ίδια στιγμή διεθνείς τραπεζικοί κύκλοι ενημερώνονται για τον σχεδιασμό πώλησης στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων, το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Το μεγάλο ξεπούλημα με όνομα «μεταρρύθμιση»
Από το 1993 έως το 2000, η Ιταλία προχώρησε σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ενέργεια, αυτοκινητόδρομοι και στρατηγικές επιχειρήσεις πέρασαν σταδιακά σε νέα χέρια.
Η Comit, η Credito Italiano, η BNL, η INA, η Telecom Italia, η Autostrade per l’Italia, η Eni και η Enel βρέθηκαν στο επίκεντρο μιας τεράστιας οικονομικής αναδιάρθρωσης.
Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής μίλησαν για αναγκαίο εκσυγχρονισμό. Για προσέλκυση κεφαλαίων. Για άνοιγμα της ιταλικής οικονομίας. Για ένταξη στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Οι επικριτές, όμως, μίλησαν για κάτι πολύ πιο σκληρό: για εκποίηση δημόσιου πλούτου, για παράδοση στρατηγικών υποδομών, για μεταφορά ισχύος από το κράτος και τους πολίτες προς ιδιωτικά και χρηματοπιστωτικά συμφέροντα.
Και η Ιστορία δεν κρίνει από τα δελτία Τύπου. Κρίνει από τα αποτελέσματα.
Το χρέος δεν εξαφανίστηκε
Το βασικό επιχείρημα των ιδιωτικοποιήσεων ήταν η μείωση του δημόσιου χρέους. Όμως, όπως επισημαίνει το υλικό στο οποίο βασίζεται το άρθρο, το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε το αφήγημα.
Η Ιταλία πούλησε περιουσία. Εισέπραξε σημαντικά ποσά. Παρέδωσε στρατηγικά εργαλεία. Αλλά το δημόσιο χρέος δεν εξαφανίστηκε. Δεν θεραπεύτηκε. Δεν έπαψε να αποτελεί μόνιμη απειλή για τη χώρα.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Όταν ένα κράτος πουλά δημόσια περιουσία για να μειώσει το χρέος και τελικά μένει και χωρίς την περιουσία και με το χρέος, τότε η «μεταρρύθμιση» πρέπει να κριθεί ξανά.
Με ψυχρούς αριθμούς. Με πολιτική ειλικρίνεια. Με κοινωνικό απολογισμό.
Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από το να παρουσιάζεται ως σωτηρία μια επιλογή που αφήνει τους πολίτες με λιγότερο δημόσιο έλεγχο, ακριβότερες υπηρεσίες και το ίδιο ή μεγαλύτερο βάρος στις πλάτες τους.
Ποιοι πλήρωσαν τον λογαριασμό;
Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι από μόνες τους ούτε δαιμονικές ούτε σωτήριες. Κρίνονται από τους όρους τους. Από τις τιμές. Από τη διαφάνεια. Από το αν διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Από το αν βελτιώνονται οι υπηρεσίες. Από το αν η κοινωνία κερδίζει ή απλώς παρακολουθεί την περιουσία της να αλλάζει χέρια.
Στην ιταλική περίπτωση, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό και βαρύ.
Οι πολίτες είδαν αυξημένα διόδια. Είδαν τηλεπικοινωνιακά δίκτυα που δεν έγιναν το πρότυπο που τους υποσχέθηκαν. Είδαν ακριβότερους λογαριασμούς. Είδαν τραπεζική συγκέντρωση. Είδαν το κράτος να χάνει κρίσιμους μοχλούς παρέμβασης.
Αυτό δεν είναι απλή οικονομική λεπτομέρεια. Είναι ζήτημα δημοκρατίας.
Γιατί οι στρατηγικές υποδομές δεν είναι απλά περιουσιακά στοιχεία σε έναν ισολογισμό. Είναι εργαλεία εθνικής πολιτικής. Είναι μηχανισμοί κοινωνικής συνοχής. Είναι μέσα με τα οποία ένα κράτος μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες του σε περιόδους κρίσης.
Όταν τα παραδίδει, χάνει κάτι περισσότερο από μετοχές. Χάνει ισχύ.
Ο ρόλος του Ντράγκι
Ο Μάριο Ντράγκι δεν ήταν ο μόνος υπεύθυνος. Δεν ήταν ο μοναδικός που αποφάσισε. Δεν ήταν ο πολιτικός αρχηγός μιας κυβέρνησης που υπέγραψε κάθε επιμέρους επιλογή.
Ήταν όμως κεντρικός τεχνοκράτης. Ήταν ο άνθρωπος που συνέβαλε στη διαμόρφωση των μηχανισμών. Ήταν μέσα στον πυρήνα της διαδικασίας. Και γι’ αυτό το όνομά του δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από εκείνη την εποχή.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά κρύβεται πίσω από τον μύθο των τεχνοκρατών. Παρουσιάζονται ως ουδέτεροι. Ως ειδικοί. Ως άνθρωποι που απλώς εφαρμόζουν αναγκαίες λύσεις.
Αλλά στην πραγματικότητα, οι τεχνοκρατικές αποφάσεις είναι βαθιά πολιτικές. Απλώς δεν ζητούν πάντα την άδεια της κοινωνίας.
Ο Ντράγκι υπήρξε για πολλούς ο άνθρωπος της σταθερότητας. Για άλλους, όμως, υπήρξε εκπρόσωπος μιας Ευρώπης που έμαθε να μετατρέπει τις κρίσεις σε ευκαιρίες για αγορές, τράπεζες και ιδιωτικά συμφέροντα.
Και αυτή η δεύτερη ανάγνωση δεν μπορεί να διαγραφεί επειδή σήμερα η Ευρώπη τον τιμά.
Από την Ιταλία στην Ελλάδα
Η υπόθεση Ντράγκι δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Αφορά και την Ελλάδα. Αφορά κάθε χώρα που έζησε τη λογική της δημοσιονομικής πίεσης, των μνημονίων, των ιδιωτικοποιήσεων, των «αναγκαίων θυσιών» και των αποφάσεων που παρουσιάστηκαν ως μονόδρομος.
Η Ελλάδα ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει να σου λένε ότι πρέπει να πουλήσεις για να σωθείς. Ξέρει τι σημαίνει να βαφτίζεται η εκποίηση «αξιοποίηση». Ξέρει τι σημαίνει να περνούν λιμάνια, αεροδρόμια, υποδομές, ενέργεια και δημόσια περιουσία σε νέα χέρια, ενώ η κοινωνία ακούει ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική».
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευρωπαϊκή υποκρισία.
Όταν οι λαοί πληρώνουν, λέγεται προσαρμογή.
Όταν οι αγορές κερδίζουν, λέγεται ανάπτυξη.
Όταν τα κράτη χάνουν περιουσία, λέγεται μεταρρύθμιση.
Όταν οι τεχνοκράτες βραβεύονται, λέγεται ευρωπαϊκή προσφορά.
Μόνο που οι κοινωνίες έχουν μνήμη.
Το βραβείο δεν ακυρώνει την Ιστορία
Η βράβευση του Μάριο Ντράγκι μπορεί να είναι για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς μια πράξη τιμής. Μπορεί να είναι μια αναγνώριση του ρόλου του στη διαχείριση κρίσεων. Μπορεί να είναι ένα ακόμη κεφάλαιο στο αφήγημα του «υπεύθυνου Ευρωπαίου».
Αλλά η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους θεσμούς. Γράφεται και από τις κοινωνίες που έζησαν τις συνέπειες.
Και για ένα μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής εμπειρίας, ο Ντράγκι δεν είναι απλώς ο «σωτήρας του ευρώ». Είναι και το πρόσωπο μιας εποχής κατά την οποία οι αγορές απέκτησαν περισσότερη δύναμη από τους πολίτες. Μιας εποχής όπου η πολιτική υποχώρησε μπροστά στην τεχνοκρατία. Μιας εποχής όπου το δημόσιο συμφέρον συχνά μεταφράστηκε σε ιδιωτική ευκαιρία.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Ντράγκι. Το πρόβλημα είναι το μοντέλο που εκπροσωπεί.
Μια Ευρώπη που ζητά πειθαρχία από τους λαούς, αλλά δεν ζητά ποτέ απολογισμό από τους αρχιτέκτονες των πολιτικών που τους γονάτισαν.
Ο Μάριο Ντράγκι μπορεί να κρατά σήμερα ένα βραβείο.
Αλλά οι λαοί κρατούν τον λογαριασμό.
Και ο λογαριασμός των ιδιωτικοποιήσεων, της απώλειας δημόσιου πλούτου, της αποδυνάμωσης του κράτους και της μεταφοράς ισχύος από την κοινωνία προς τις αγορές δεν έχει κλείσει.
Γιατί καμία τελετή δεν μπορεί να ξεπλύνει μια ολόκληρη εποχή.
Κανένα βραβείο δεν μπορεί να ακυρώσει την πολιτική μνήμη.
Και κανένας «σωτήρας» δεν δικαιώνεται πραγματικά, όταν πίσω του μένουν κοινωνίες που πλήρωσαν ακριβά τη σωτηρία που τους επέβαλαν.

