Όταν ένα κράτος ξεφορτώνεται χαμηλότοκο χρέος, την ώρα που μπορεί να χρειαστεί κάθε ευρώ ρευστότητας, δεν κάνει απλώς λογιστική άσκηση. Παίρνει πολιτικό ρίσκο.
Η πρόωρη αποπληρωμή των χαμηλότοκων δανείων παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως απόδειξη οικονομικής ισχύος. Ωραία εικόνα. Καθαρό αφήγημα. Μείωση χρέους, καλύτερο προφίλ στις αγορές, μήνυμα αξιοπιστίας.
Μόνο που η οικονομία δεν είναι δελτίο Τύπου. Και η ρευστότητα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο στον κρατικό ισολογισμό.
Η επίσημη θέση του υπουργείου είναι ότι η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου μνημονίου μειώνει το χρέος, περιορίζει τον κίνδυνο επιτοκίου και αναχρηματοδότησης και εξοικονομεί περίπου 150 εκατ. ευρώ ετησίως σε τόκους. Το ίδιο το υπουργείο έχει αναφέρει ότι το υπόλοιπο των GLF δανείων, ύψους 31,6 δισ. ευρώ, σχεδιάζεται να αποπληρωθεί έως το 2031, δέκα χρόνια νωρίτερα από την κανονική λήξη.
Όμως εδώ αρχίζει το πραγματικό ερώτημα: είναι σοφό να αποπληρώνεις πρόωρα φθηνό και μακροπρόθεσμο χρέος, όταν ο κόσμος μπαίνει ξανά σε φάση αβεβαιότητας, υψηλού κόστους χρήματος, γεωπολιτικών κινδύνων και πιθανών κρίσεων ρευστότητας;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Και σίγουρα δεν μπορεί να δοθεί μόνο με όρους επικοινωνίας.
Το πρόβλημα δεν είναι η μείωση του χρέους. Είναι ο χρόνος.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να πει ότι η μείωση του δημόσιου χρέους είναι κακή από μόνη της. Η Ελλάδα παραμένει χώρα με πολύ υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ. Σύμφωνα με το προσχέδιο προϋπολογισμού του 2026, το χρέος γενικής κυβέρνησης εκτιμάται στο 145,4% του ΑΕΠ για το τέλος του 2025 και προβλέπεται να μειωθεί στο 137,6% το 2026.
Το θέμα, όμως, δεν είναι αν πρέπει να μειώνεται το χρέος. Το θέμα είναι ποιο χρέος μειώνεται, με ποια χρήματα, σε ποια συγκυρία και με ποιο κόστος ευκαιρίας.
Διότι άλλο πράγμα είναι να αποπληρώνεις ακριβό χρέος που σε πνίγει και άλλο να αποπληρώνεις πρόωρα χαμηλότοκα δάνεια, με μακρινές λήξεις, την ώρα που το κράτος μπορεί αύριο να χρειαστεί αυξημένη ρευστότητα για ενέργεια, άμυνα, φυσικές καταστροφές, ύφεση, τραπεζική αναταραχή ή νέα κρίση στις αγορές.
Με απλά λόγια: δεν πετάς την ομπρέλα επειδή σήμερα έχει ήλιο, όταν βλέπεις τα σύννεφα να μαζεύονται.
Τα «40 δισ.» δεν είναι όλα ελεύθερο μαξιλάρι
Η κυβέρνηση επικαλείται τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα. Το προσχέδιο του 2026 αναφέρει ότι τα ταμειακά αποθέματα παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και ότι μέρος του cash buffer χρησιμοποιείται ήδη από το 2024 για την πρόωρη αποπληρωμή των GLF δανείων.
Όμως τα ταμειακά διαθέσιμα δεν είναι όλα το ίδιο. Άλλο είναι το πραγματικό ελεύθερο μαξιλάρι ασφαλείας. Άλλο είναι οι πόροι με ειδικό σκοπό. Άλλο είναι χρήματα που συνδέονται με ευρωπαϊκά προγράμματα, ορόσημα, επενδύσεις και υποχρεώσεις διοχέτευσης στην οικονομία.
Το Ταμείο Ανάκαμψης, για παράδειγμα, δεν είναι κουμπαράς γενικής χρήσης. Η Ελλάδα έχει εγκεκριμένο σχέδιο με επιχορηγήσεις και δάνεια, ενώ οι εκταμιεύσεις συνδέονται με συγκεκριμένα ορόσημα και στόχους. Τον Μάρτιο του 2026 η Κομισιόν αξιολόγησε θετικά το έβδομο αίτημα πληρωμής της Ελλάδας, ύψους 1,18 δισ. ευρώ, μετά την ολοκλήρωση 20 οροσήμων και 6 στόχων.
Άρα, όταν λέμε «υπάρχουν διαθέσιμα», πρέπει να ξέρουμε τι ακριβώς εννοούμε. Διαθέσιμα για τι; Για αποπληρωμή χρέους; Για δημόσιες επενδύσεις; Για υποχρεωτική απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων; Για έκτακτη ανάγκη;
Γιατί αν το κράτος εμφανίζει ένα μεγάλο νούμερο αλλά στην πράξη ένα μέρος του είναι δεσμευμένο, τότε το πραγματικό περιθώριο ασφαλείας είναι μικρότερο από την εικόνα που πουλιέται προς τα έξω.
Τα υπερπλεονάσματα δεν είναι πάντα ένδειξη υγείας
Υπάρχει και κάτι ακόμη σοβαρότερο. Τα πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι από μόνα τους απόδειξη υγιούς οικονομίας. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα ανάπτυξης, επενδύσεων, παραγωγικότητας και εξαγωγικής δυναμικής. Μπορεί, όμως, να είναι και αποτέλεσμα υπερφορολόγησης, συμπίεσης δαπανών, καθυστερήσεων πληρωμών, ακρίβειας που φουσκώνει τα έσοδα από ΦΠΑ και εξάντλησης του ιδιωτικού τομέα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη παγίδα.
Αν το κράτος εμφανίζει υπερπλεονάσματα επειδή αφαιμάζει την πραγματική οικονομία, τότε δεν πανηγυρίζει για δύναμη. Πανηγυρίζει για αδυναμία που δεν φαίνεται ακόμη στους τίτλους.
Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει επ’ άπειρον να χρηματοδοτεί λογιστικές επιδόσεις. Τα νοικοκυριά δεν αντέχουν μόνιμα ακρίβεια, φόρους και μειωμένη αγοραστική δύναμη. Οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να είναι το μόνιμο υποζύγιο μιας δημοσιονομικής βιτρίνας.
Η οικονομία δεν σώζεται όταν το κράτος δείχνει πλεόνασμα και η κοινωνία δείχνει κόπωση.
Το λάθος μήνυμα
Η πρόωρη αποπληρωμή στέλνει μήνυμα στις αγορές. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά στέλνει και μήνυμα στο εσωτερικό.
Στέλνει το μήνυμα ότι η κυβέρνηση προτιμά να επιδείξει δημοσιονομική πειθαρχία προς τα έξω, αντί να κρατήσει ισχυρότερο απόθεμα ασφαλείας για την οικονομία μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που κάθε άλλο παρά ήρεμο είναι.
Στέλνει το μήνυμα ότι η εικόνα του χρέους μετρά περισσότερο από την ανθεκτικότητα της πραγματικής οικονομίας.
Στέλνει το μήνυμα ότι το κράτος βιάζεται να γράψει πολιτικούς πόντους αξιοπιστίας, ακόμη κι αν αυτό περιορίζει τη δυνατότητά του να αντιδράσει αύριο σε μια κρίση.
Και το πιο επικίνδυνο: στέλνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα πιστεύει πως η κανονικότητα είναι δεδομένη.
Δεν είναι.
Η πρόωρη αποπληρωμή χαμηλότοκων δανείων μπορεί να φαίνεται ωραία σε ένα power point. Μπορεί να αρέσει στους οίκους αξιολόγησης. Μπορεί να δίνει υλικό για δηλώσεις, τίτλους και πανηγυρισμούς.
Αλλά η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το πώς δείχνει σήμερα. Κρίνεται από το αν προστατεύει τη χώρα αύριο.
Και όταν ένα κράτος με ακόμη πολύ υψηλό χρέος, πιεσμένη κοινωνία, υπερφορολογημένο ιδιωτικό τομέα και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον αποφασίζει να αποχωριστεί φθηνή ρευστότητα, τότε δεν κάνει απαραίτητα πράξη δύναμης.
Μπορεί να κάνει πράξη απερισκεψίας.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα μπορεί να αποπληρώσει πρόωρα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν πρέπει.

