Όταν η Δικαιοσύνη μιλά, όσοι έστησαν πολιτικά αφηγήματα οφείλουν να απαντήσουν
Η αθώωση του Στέφανου Κασσελάκη στη δίκη για το πόθεν έσχες δεν είναι απλώς μια δικαστική εξέλιξη. Είναι πολιτικό γεγονός. Και μάλιστα βαρύ.
Ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κρίθηκε αθώος σε δεύτερο βαθμό για την υπόθεση που αφορούσε τη συμμετοχή του σε εταιρείες του εξωτερικού, ενώ η εισαγγελική πρόταση είχε προηγουμένως ζητήσει την απαλλαγή του, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε δόλος για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, ο εισαγγελέας ανέφερε ότι ως προς την Tiptree Marine δεν αποδείχθηκε άμεση ή έμμεση συμμετοχή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ενώ για την Osios LLC έκρινε ότι υπήρχαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τον δόλο.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ζήτημα.
Διότι η υπόθεση αυτή δεν κινήθηκε σε πολιτικό κενό. Προηγήθηκαν δημόσιες δηλώσεις, καταγγελίες, υπαινιγμοί, τηλεοπτικές προαναγγελίες και ένα κλίμα σχεδόν προεξοφλημένης ενοχής. Ο Θύμιος Γεωργόπουλος, πρώην οικονομικός διευθυντής του ΣΥΡΙΖΑ, είχε εμφανιστεί δημόσια να μιλά για «καταιγιστικές εξελίξεις» και για οικονομικούς εισαγγελείς σχετικά με το πόθεν έσχες Κασσελάκη.
Το δικαστικό αποτέλεσμα, όμως, δεν δικαίωσε το κλίμα πολιτικής ενοχοποίησης. Το ακύρωσε.
Η ηθική ανωτερότητα δεν δηλώνεται. Αποδεικνύεται.
Η Αριστερά επί δεκαετίες μιλούσε για ηθικό πλεονέκτημα. Για καθαρότητα. Για θεσμούς. Για δικαιώματα. Για προστασία του πολίτη από τη λάσπη, τη στοχοποίηση και την πολιτική εξόντωση.
Όταν όμως άνθρωποι που κινούνται στο εσωτερικό της μετατρέπουν την πολιτική διαφωνία σε κατηγορία, την εσωκομματική σύγκρουση σε δικαστική σκιά και τον αντίπαλο σε αντικείμενο δημόσιας αποδόμησης, τότε το ηθικό πλεονέκτημα δεν χάνεται από τους αντιπάλους. Χάνεται από μέσα.
Ο Κασσελάκης θα μπορούσε να κριθεί πολιτικά. Για τις επιλογές του. Για την ηγεσία του. Για τα λάθη του. Για την πορεία του στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι θεμιτό.
Άλλο όμως πολιτική κριτική και άλλο η δημιουργία εντύπωσης ενοχής πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη.
Άλλο αντιπαράθεση και άλλο δημόσια φθορά ανθρώπου με μισές αλήθειες, βαριές υποψίες και πολιτικά φορτισμένες αφηγήσεις.
Η βλάβη μένει, ακόμη κι όταν έρχεται η αθώωση
Η αθώωση αποκαθιστά νομικά. Δεν αποκαθιστά πάντα πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά.
Διότι μέχρι να φτάσει κάποιος στην αθώωση, έχει ήδη περάσει από τον μύλο της δημόσιας καχυποψίας. Έχει ήδη χτυπηθεί η αξιοπιστία του. Έχει ήδη δημιουργηθεί η σκιά. Έχει ήδη γραφτεί στο μυαλό πολλών ανθρώπων το «κάτι θα υπάρχει».
Αυτό είναι το πιο βρώμικο όπλο της πολιτικής ζωής: όχι η τελική καταδίκη, αλλά η κατασκευή υποψίας.
Και όσοι το χρησιμοποιούν δεν χτυπούν μόνο έναν πολιτικό αντίπαλο. Χτυπούν κάθε υγιή προσπάθεια, κάθε άδολο άνθρωπο, κάθε πρόσωπο που επιχειρεί να μπει στον δημόσιο βίο χωρίς να έχει εκπαιδευτεί στους μηχανισμούς της λάσπης.
Το ίδιο μάθημα αφορά και άλλες δημόσιες συγκρούσεις, όπως αυτή που έχει ξεσπάσει γύρω από τον Νίκο Καραχάλιο και τη Μαρία Καρυστιανού, όπου οι βαρείς προσωπικοί χαρακτηρισμοί και οι καταγγελίες έχουν καταλάβει τη θέση της ψύχραιμης πολιτικής συζήτησης.
Η υπόθεση Κασσελάκη δείχνει κάτι απλό: η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να γίνεται εργαλείο εσωκομματικών λογαριασμών.
Όποιος καταγγέλλει, οφείλει να έχει στοιχεία.
Όποιος υπαινίσσεται, οφείλει να αντέχει τον έλεγχο.
Όποιος στήνει πολιτικό αφήγημα πάνω στη φθορά ενός ανθρώπου, οφείλει να αναλαμβάνει και το κόστος όταν το αφήγημα καταρρέει.
Η αθώωση Κασσελάκη δεν σβήνει απλώς μια κατηγορία.
Εκθέτει όσους βιάστηκαν να τη μετατρέψουν σε πολιτική καταδίκη.

