Από τη Βενιζέλου μέχρι την ύδρευση, την αποχέτευση, το παραλιακό μέτωπο και τον ποδηλατόδρομο προς τις Αλυκές, οι πολίτες βάζουν ξανά το πραγματικό ερώτημα: ποια έργα αλλάζουν ουσιαστικά την ποιότητα ζωής;
Δεν είναι κομματική πράξη η κριτική.
Δεν είναι αντιπολίτευση η αγωνία του πολίτη.
Δεν είναι «γκρίνια» η απαίτηση για μια πόλη που να λειτουργεί.
Κάθε πολίτης, εφόσον δεν κινείται με κομματικά γυαλιά και προσωπικές σκοπιμότητες, έχει δικαίωμα —και σε μεγάλο βαθμό υποχρέωση— να ασκεί κριτική σε κάθε έργο ή παρέμβαση που επηρεάζει την καθημερινότητά του και την ποιότητα ζωής του.
Γιατί η πόλη δεν ανήκει στις διοικήσεις.
Δεν ανήκει στους εργολάβους.
Δεν ανήκει στις κορδέλες, στις φωτογραφίες και στις ανακοινώσεις.
Ανήκει στους ανθρώπους που τη ζουν κάθε μέρα.
Και οι άνθρωποι αυτοί έχουν και μνήμη και κρίση.
Στην περίπτωση της Βενιζέλου, η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή δεν υπάρχει διαφήμιση κατασκευάστριας εταιρείας. Αυτό μπορεί να ενοχλεί κάποιους, μπορεί και όχι. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι άλλο:
Ας περπατήσει κανείς το έργο και ας βρει 20 μέτρα —μόνο 20 μέτρα— όπου οι πλάκες του πεζοδρομίου να είναι στην ευθεία.
Εκεί κρίνεται η ποιότητα.
Όχι στην επικοινωνία.
Όχι στην ταμπέλα.
Όχι στην εικόνα.
Αλλά στο πεδίο.
Ένα δημόσιο έργο δεν κρίνεται την ημέρα της παράδοσης. Κρίνεται κάθε μέρα. Από τον πεζό που περπατά. Από τον ηλικιωμένο που φοβάται μην σκοντάψει. Από τον γονιό με το καρότσι. Από τον επαγγελματία που βλέπει την καθημερινότητα να δυσκολεύει. Από τον οδηγό που αναρωτιέται αν πράγματι το έργο διευκόλυνε την κυκλοφορία ή απλώς παρουσιάστηκε ως αναβάθμιση.
Και εδώ τίθεται το μεγάλο ερώτημα:
Ήταν πράγματι αναγκαία μια τέτοια παρέμβαση σε μια λεωφόρο που ήδη είχε ποιοτικά χαρακτηριστικά;
Ή μήπως η Χαλκίδα είχε —και έχει— πολύ πιο σοβαρές ανάγκες;
Γιατί όταν μια πόλη αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα σε βασικές υποδομές, όταν υπάρχουν επισημάνσεις για φθαρμένους κεντρικούς αγωγούς ύδρευσης, όταν έχουν ήδη υπάρξει προβλήματα υδροδότησης, όταν οι πολίτες μιλούν για άθλια κατάσταση στην αποχέτευση, τότε η ιεράρχηση των έργων δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι πολιτική ουσία.
Το νερό δεν είναι βιτρίνα.
Η αποχέτευση δεν είναι επικοινωνιακό έργο.
Οι υποδομές δεν φαίνονται στις φωτογραφίες, αλλά όταν καταρρεύσουν, τις πληρώνει όλη η πόλη.
Από την αρχή της σημερινής διοίκησης —και ακόμη πιο πριν— έχουν τεθεί ζητήματα για την κατάσταση των δικτύων ύδρευσης. Οι κεντρικοί σωλήνες μεταφοράς, σύμφωνα με επαναλαμβανόμενες δημόσιες επισημάνσεις, έχουν φθαρεί και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μεγάλων προβλημάτων. Άλλωστε, στην αρχή της θητείας είχαν καταγραφεί αρκετά προβλήματα υδροδότησης, που δεν πρέπει να ξεχνιούνται.
Αυτό είναι το βάθος της υπόθεσης.
Όχι αν μπήκε μια ταμπέλα.
Όχι αν κάποιος ενοχλήθηκε από μια διαφήμιση.
Αυτά «ας τα βρούνε μεταξύ τους».
Οι πολίτες ενδιαφέρονται για κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο σοβαρό:
να ζουν σε μια πόλη που δεν διολισθαίνει.
Και η διολίσθηση δεν είναι πάντα θεαματική. Δεν φαίνεται μόνο σε ένα μεγάλο ατύχημα ή σε μια κατάρρευση. Φαίνεται στη λεπτομέρεια. Στο στραβό πεζοδρόμιο. Στην κακοτεχνία. Στην έλλειψη σχεδίου. Στην απουσία ιεράρχησης. Στο γεγονός ότι γίνονται έργα εικόνας, ενώ τα θεμέλια μένουν πίσω.
Η Χαλκίδα έχει ανάγκη από έργα ουσίας.
Έχει ανάγκη από σοβαρή παρέμβαση στην ύδρευση.
Έχει ανάγκη από πραγματική λύση στην αποχέτευση.
Έχει ανάγκη από ασφαλείς δρόμους και πεζοδρόμια.
Έχει ανάγκη από προσβασιμότητα.
Έχει ανάγκη από σχεδιασμό που να κοιτάζει την επόμενη δεκαετία και όχι την επόμενη φωτογραφία.
Και βεβαίως, έχει ανάγκη από έργα με πολλαπλασιαστικό αποτύπωμα.
Ένας πραγματικός ποδηλατόδρομος μέχρι τις Αλυκές θα άλλαζε την καθημερινότητα κατοίκων και επισκεπτών. Δεν θα ήταν απλώς ένα έργο μετακίνησης. Θα ήταν έργο ποιότητας ζωής, περιβάλλοντος, τουρισμού, εξωστρέφειας.
Ένα Διεθνές Φεστιβάλ Σκαλκώτα, με κύρος, συνέχεια και σοβαρό προγραμματισμό, θα μπορούσε να δώσει πολιτιστική ταυτότητα στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή. Όχι ένα ακόμη περιστασιακό γεγονός, αλλά ένας θεσμός με όνομα, βάθος και προοπτική.
Και φυσικά, η συνολική ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του διευρυμένου Δήμου παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο. Μάλιστα, δεν πρόκειται για μια καινούργια ιδέα. Υπάρχει σχετική μελέτη ήδη από τη δεκαετία του 1980, την οποία είχε εκπονήσει ο τότε πρόεδρος της Λιμενικής Επιτροπής, Γιώργος Αποστολίδης.
Αυτά είναι έργα που μπορούν να αλλάξουν την πόλη.
Αυτά είναι έργα με βάθος.
Αυτά είναι έργα που αφήνουν αποτύπωμα.
Όχι παρεμβάσεις βιτρίνας.
Όχι πρόχειρες αναπλάσεις.
Όχι έργα που παρουσιάζονται ως αστική αναβάθμιση, αλλά στο πεδίο γεννούν ερωτήματα για την ποιότητα κατασκευής.
Και πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι: η κριτική αυτή δεν είναι προσωπική. Δεν αφορά τη Δήμαρχο ή τους συνεργάτες της ως πρόσωπα. Αφορά επιλογές, προτεραιότητες, έργα, παραλείψεις και δημόσιες πολιτικές.
Αυτό είναι απολύτως θεμιτό.
Αυτό είναι δημοκρατικό.
Αυτό είναι απαραίτητο.
Οι πολίτες δεν είναι θεατές.
Δεν είναι χειροκροτητές.
Δεν είναι υποχρεωμένοι να αποδέχονται κάθε έργο επειδή παρουσιάζεται ως επιτυχία.
Έχουν δικαίωμα να ρωτούν.
Έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν.
Έχουν δικαίωμα να συγκρίνουν.
Έχουν δικαίωμα να ζητούν καλύτερα.
Και κυρίως έχουν δικαίωμα να λένε ότι μια πόλη δεν αναβαθμίζεται επειδή άλλαξε η εικόνα ενός δρόμου. Μια πόλη αναβαθμίζεται όταν βελτιώνεται η ζωή των ανθρώπων της.
Όταν το νερό είναι ασφαλές και επαρκές.
Όταν η αποχέτευση λειτουργεί.
Όταν τα πεζοδρόμια είναι ίσια.
Όταν οι δρόμοι είναι ασφαλείς.
Όταν υπάρχει σχέδιο για ποδήλατο, πολιτισμό, παραλιακό μέτωπο, δημόσιο χώρο.
Όταν τα έργα δεν γίνονται για να φαίνονται, αλλά για να αντέχουν.
Η Χαλκίδα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή σκηνοθεσία.
Δεν χρειάζεται άλλες κορδέλες πάνω σε προβλήματα που παραμένουν.
Δεν χρειάζεται έργα που λάμπουν στις ανακοινώσεις και σκοντάφτουν στην πράξη.
Χρειάζεται θεμέλια.
Γιατί στο τέλος, η αλήθεια ενός έργου δεν γράφεται στην πινακίδα του.
Γράφεται στο πεζοδρόμιο.
Στο δίκτυο.
Στον δρόμο.
Στην καθημερινότητα.
Και αν σε 20 μέτρα ο πολίτης σκοντάφτει, τότε το έργο έχει ήδη μιλήσει.

