Το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας εμφανίζεται, σύμφωνα με τις ελεγκτικές διαπιστώσεις, σαν ένας κρατικός μηχανισμός χωρίς προσωπικό, χωρίς κανονική λογιστική, χωρίς ουσιαστικό εσωτερικό έλεγχο — αλλά με εκατομμύρια να περνούν από τα χέρια του.
Υπάρχουν υποθέσεις που δεν χρειάζονται πολλά λόγια για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της θεσμικής σήψης. Αρκεί να διαβάσει τα βασικά: ένα Ταμείο που υφίσταται ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά φέρεται να λειτουργεί χωρίς οργανικές θέσεις, χωρίς προσωπικό, χωρίς εσωτερικό κανονισμό, χωρίς διπλογραφικό σύστημα, χωρίς πλήρη μητρώα παγίων, χωρίς ουσιαστικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις και χωρίς ενεργό εσωτερικό έλεγχο.
Και όμως, αυτός ο φορέας διαχειριζόταν χρήμα.
Όχι θεωρητικά. Πραγματικό δημόσιο χρήμα. Χρήμα που περνούσε μέσα από δομές, βιβλία, προϋπολογισμούς, εγκρίσεις, αποφάσεις, υπογραφές. Και τώρα, σύμφωνα με όσα περιγράφονται στο εμπιστευτικό ελεγκτικό υλικό που επικαλείται το δημοσίευμα, το ερώτημα δεν είναι απλώς «τι έγινε». Το ερώτημα είναι πολύ πιο βαρύ:
Ποιοι έβλεπαν, ποιοι υπέγραφαν και ποιοι έκαναν πως δεν καταλάβαιναν;
Ένα Ταμείο χωρίς σώμα, αλλά με ταμείο
Το πιο εξοργιστικό δεν είναι μόνο ότι εντοπίζονται ελλείψεις. Το εξοργιστικό είναι η εικόνα ενός φορέα που μοιάζει να υπάρχει θεσμικά, αλλά να μη λειτουργεί διοικητικά όπως θα όφειλε.
Χωρίς οργανωμένη υπηρεσιακή δομή.
Χωρίς προσωπικό.
Χωρίς εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας.
Χωρίς σύστημα που να αποτυπώνει με αξιοπιστία την περιουσία του.
Χωρίς πλήρη λογιστική εικόνα.
Αν αυτά ισχύουν, τότε δεν μιλάμε για απλή κακοδιοίκηση. Μιλάμε για ένα διοικητικό κέλυφος, μέσα από το οποίο φαίνεται ότι περνούσαν δαπάνες και διαδικασίες χωρίς την κανονική θεσμική θωράκιση που απαιτείται από κάθε δημόσιο φορέα.
Και εδώ αρχίζει η πολιτική ευθύνη. Διότι τέτοιες καταστάσεις δεν δημιουργούνται σε μία νύχτα. Δεν πέφτουν από τον ουρανό. Δεν εμφανίζονται ξαφνικά επειδή κάποιος υπάλληλος έκανε ένα λάθος.
Τέτοια συστήματα επιβιώνουν όταν οι πολιτικές ηγεσίες δεν ρωτούν, δεν ελέγχουν, δεν πιέζουν, δεν συγκρούονται. Ή όταν τις βολεύει να μην κοιτούν.
Λογιστική στα τυφλά, έλεγχος στα χαρτιά
Η αναφορά ότι το Ταμείο δεν τηρούσε, όπως φέρεται να όφειλε, διπλογραφικό σύστημα είναι από μόνη της καμπάνα κινδύνου. Διότι χωρίς σύγχρονη λογιστική παρακολούθηση, χωρίς πλήρεις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, χωρίς καθαρή αποτύπωση παγίων, απαιτήσεων, υποχρεώσεων και καθαρής θέσης, ο δημόσιος έλεγχος γίνεται θέατρο.
Και όταν ο δημόσιος έλεγχος γίνεται θέατρο, τότε ο πολίτης πληρώνει το εισιτήριο.
Ακόμη βαρύτερο είναι το σημείο περί εσωτερικού ελέγχου. Αν πράγματι είχε προβλεφθεί ότι η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του ΥΠΑΑΤ θα διενεργεί εσωτερικό έλεγχο στο Ταμείο, αλλά δεν συντάσσονταν οι αναγκαίες ετήσιες εκθέσεις, τότε το ερώτημα είναι αμείλικτο:
Γιατί υπήρχε πρόβλεψη ελέγχου, αλλά όχι έλεγχος στην πράξη;
Γιατί στα χαρτιά η Πολιτεία δείχνει ότι έχει μηχανισμούς. Στην πράξη, όμως, όταν αυτοί οι μηχανισμοί δεν λειτουργούν, η ευθύνη δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται προς τα πάνω.
Υπουργοί, γενικοί γραμματείς και το μεγάλο «δεν ήξερα»
Το δημοσίευμα κατονομάζει γενικούς γραμματείς και διατελέσαντες υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης. Εδώ χρειάζεται προσοχή: η ονομαστική αναφορά δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με προσωπική ενοχή. Αυτό είναι δουλειά των αρμόδιων ελεγκτικών και δικαστικών αρχών να το διαπιστώσουν.
Όμως πολιτική ευθύνη υπάρχει όταν ένας φορέας υπάγεται σε ένα υπουργείο, όταν οι προϋπολογισμοί εγκρίνονται, όταν οι δαπάνες περνούν, όταν οι μηχανισμοί εποπτείας οφείλουν να λειτουργούν και όταν, τελικά, χρειάζονται δημοσιεύματα για να ξυπνήσει ο κρατικός έλεγχος.
Το «δεν ήξερα» δεν μπορεί να είναι μόνιμο καταφύγιο εξουσίας.
Διότι αν δεν ήξερες, απέτυχες να εποπτεύσεις.
Αν ήξερες και δεν έκανες τίποτα, απέτυχες θεσμικά.
Και αν υπέγραφες χωρίς να ελέγχεις, τότε το πρόβλημα είναι ακόμη βαθύτερο.
Οι κατασκηνώσεις χωρίς υπαλλήλους και η εικόνα του παραλόγου
Το πιο συμβολικό σημείο της υπόθεσης είναι η αναφορά σε δαπάνες για σκοπούς που φέρονται να μην συνδέονται με την αποστολή του Ταμείου, όπως οι κατασκηνώσεις υπαλλήλων, ενώ το ίδιο το Ταμείο εμφανίζεται να μην έχει προσωπικό.
Αν αυτό επιβεβαιωθεί πλήρως, τότε δεν μιλάμε απλώς για διοικητικό λάθος. Μιλάμε για την απόλυτη εικόνα ενός κράτους που μπορεί να δημιουργεί δαπάνες ακόμη και εκεί όπου λείπει το ίδιο το αντικείμενο της δαπάνης.
Κατασκηνώσεις για υπαλλήλους ενός Ταμείου χωρίς υπαλλήλους.
Αυτό δεν είναι απλώς γραφειοκρατική στρέβλωση. Είναι πολιτικό σύμβολο. Είναι η μικρογραφία ενός μηχανισμού που έχει μάθει να κινείται με αυτόματο πιλότο, με υπογραφές, παρατάσεις, τροπολογίες, νομιμοποιήσεις εκ των υστέρων και ευθύνες που χάνονται μέσα στους διαδρόμους.
Το κράτος που ελέγχει μόνο όταν αποκαλύπτεται
Το πιο βαρύ συμπέρασμα δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο Ταμείο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ελληνικό κράτος.
Δεν ελέγχει προληπτικά.
Δεν θωρακίζει εγκαίρως.
Δεν ενεργοποιεί τους μηχανισμούς του πριν γίνει ζημιά.
Ξυπνά όταν υπάρξει δημοσίευμα, καταγγελία, θόρυβος, πίεση.
Και τότε όλοι ανακαλύπτουν ξαφνικά αυτό που όφειλαν να γνωρίζουν χρόνια πριν.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο: όχι μόνο οι πιθανές παράνομες ή αδιαφανείς δαπάνες, αλλά η θεσμική αδράνεια που τις άφησε να υπάρχουν. Ένα κράτος που θυμάται τον έλεγχο μόνο όταν εκτίθεται δημόσια, δεν είναι κράτος δικαίου. Είναι κράτος διαχείρισης εντυπώσεων.
Το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας, όπως περιγράφεται, δεν είναι μια μικρή τεχνική υπόθεση λογιστικών ατελειών. Είναι καθρέφτης.
Καθρέφτης ενός κράτους που μπορεί να έχει φορείς χωρίς προσωπικό, λογιστική χωρίς πλήρη εικόνα, εσωτερικό έλεγχο χωρίς ελέγχους, προϋπολογισμούς χωρίς ουσιαστική εποπτεία και πολιτικές ηγεσίες που εμφανίζονται πάντα έκπληκτες όταν αποκαλύπτεται το αυτονόητο.
Και το αυτονόητο είναι ένα:
Όταν ένα δημόσιο Ταμείο λειτουργεί σαν φάντασμα, κάποιος το άφησε να στοιχειώνει το κράτος.

