Οι επιθέσεις κατά χριστιανών στην Ιερουσαλήμ και στη Δυτική Όχθη δεν είναι «μεμονωμένες εντάσεις». Είναι καμπανάκι για την ελευθερία πίστης στους Αγίους Τόπους.
Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία δεν κρίνεται από τα μεγάλα της συνθήματα, αλλά από το αν μπορεί να προστατεύσει τον πιο αδύναμο, τον πιο λίγον, τον πιο εκτεθειμένο.
Και σήμερα, στους Αγίους Τόπους, το ερώτημα είναι σκληρό:
μπορεί ένας χριστιανός να κυκλοφορεί με τον σταυρό του χωρίς να φοβάται;
Τα περιστατικά που καταγράφονται το τελευταίο διάστημα στην Ιερουσαλήμ και στη Δυτική Όχθη δείχνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα. Ιερείς που φτύνονται στον δρόμο. Μοναχές που δέχονται επιθέσεις. Χριστιανοί που νιώθουν ότι η δημόσια παρουσία της πίστης τους μετατρέπεται σε αφορμή ταπείνωσης ή βίας.
Και όλα αυτά όχι σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, αλλά στην Ιερουσαλήμ. Στην πόλη όπου η ιστορία, η πίστη και η γεωπολιτική ακουμπούν η μία πάνω στην άλλη με εκρηκτικό τρόπο.
Δεν είναι σύγκρουση θρησκειών. Είναι πρόβλημα φανατισμού
Το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά είναι αυτό: δεν πρόκειται για σύγκρουση χριστιανών και Εβραίων. Δεν πρόκειται για σύγκρουση θρησκειών. Πρόκειται για δράση φανατικών ομάδων που χρησιμοποιούν την πίστη ως όχημα επιβολής, περιφρόνησης και πολιτικής κυριαρχίας.
Αυτό το επισημαίνουν ακόμη και Ισραηλινοί ακτιβιστές, άνθρωποι εβραϊκής πίστης, που καταγγέλλουν ευθέως ότι κάποιοι καπηλεύονται τον ιουδαϊσμό. Η θρησκεία, όταν γίνεται εργαλείο εθνικιστικής υπεροχής, παύει να είναι πνευματική παράδοση και μετατρέπεται σε μηχανισμό αποκλεισμού.
Και εκεί βρίσκεται το επικίνδυνο σημείο.
Διότι όταν ο φανατικός δεν κρύβεται, όταν φτύνει, απειλεί, σπρώχνει, επιτίθεται και το κάνει στο φως της ημέρας, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο δράστης. Είναι και το περιβάλλον που του επιτρέπει να πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει χωρίς συνέπειες.
Η Ιερουσαλήμ δεν ανήκει στους τραμπούκους
Η Ιερουσαλήμ είναι πόλη ιερή για τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο επίδειξης ισχύος από ομάδες που θεωρούν την παρουσία του άλλου προσβολή.
Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, οι χριστιανικές κοινότητες, οι μοναχοί, οι προσκυνητές και οι απλοί πιστοί δεν είναι ξένο σώμα στην πόλη. Είναι μέρος της ιστορίας της. Είναι οργανικό κομμάτι της μνήμης της. Είναι παρουσία αιώνων.
Όταν, λοιπόν, ένας ιερέας χρειάζεται συνοδεία για να περπατήσει στον δρόμο, όταν ένας σταυρός γίνεται αφορμή χλευασμού, όταν η βία παρουσιάζεται περίπου ως «παράπλευρη ένταση», τότε κάτι βαθύτερο έχει σπάσει.
Η ελευθερία της πίστης δεν προστατεύεται με δηλώσεις μετά από viral βίντεο. Προστατεύεται με εφαρμογή νόμου. Με αστυνομική αντίδραση. Με πολιτική βούληση. Με καθαρό μήνυμα ότι η ταπείνωση ανθρώπων λόγω θρησκευτικού συμβόλου είναι πράξη μίσους, όχι «παρεξήγηση».
Η Δυτική Όχθη είναι ακόμη πιο σκοτεινή εικόνα
Αν στην Ιερουσαλήμ η παρενόχληση των χριστιανών προκαλεί ανησυχία, στη Δυτική Όχθη η εικόνα φαίνεται ακόμη πιο βαριά.
Εκεί δεν μιλάμε μόνο για λεκτικές επιθέσεις ή φτυσίματα. Μιλάμε για καταγγελίες κατοίκων για γη που χάνεται, ελιές που καταστρέφονται, κοινότητες που πιέζονται να φύγουν, ανθρώπους που αισθάνονται ότι δεν έχουν σε ποιον να απευθυνθούν.
Και όταν οι τοπικές κοινότητες νιώθουν ότι οι Αρχές δεν τις προστατεύουν, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι καταστροφικό: ότι ο νόμος δεν είναι ίδιος για όλους.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι μόνο η επίθεση. Αλλά η αίσθηση ατιμωρησίας.
Η σιωπή είναι συνενοχή
Η κυβέρνηση Νετανιάχου καταδίκασε την επίθεση κατά της Γαλλίδας μοναχής. Όμως το ερώτημα είναι αν η καταδίκη αρκεί. Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν τελειώνει σε μια ανακοίνωση. Αρχίζει από το αν το κράτος επιβάλλει όρια στους δικούς του ακραίους.
Όταν πολιτικά πρόσωπα έχουν στο παρελθόν υποβαθμίσει τέτοιες συμπεριφορές, όταν η αστυνομία δείχνει αδράνεια, όταν οι μειονότητες αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας, τότε η θεσμική ζημιά γίνεται βαθιά.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση: ένα κράτος που επικαλείται την ασφάλεια, δεν μπορεί να αδιαφορεί όταν η ανασφάλεια αφορά μη εβραϊκές κοινότητες. Η ασφάλεια ή είναι καθολική ή γίνεται προνόμιο.
Το μήνυμα προς τον κόσμο
Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ. Αφορά την εικόνα του ίδιου του Ισραήλ διεθνώς. Αφορά την προστασία των θρησκευτικών μειονοτήτων. Αφορά τη δυνατότητα συνύπαρξης σε μια περιοχή ήδη τραυματισμένη από πόλεμο, κατοχή, τρομοκρατία, εθνικισμό και ιστορικό πόνο.
Οι χριστιανοί των Αγίων Τόπων είναι μικρή κοινότητα. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζονται μεγαλύτερη προστασία, όχι μικρότερη σημασία.
Γιατί το μέτρο του πολιτισμού δεν είναι πώς φέρεσαι στους πολλούς. Είναι πώς προστατεύεις τους λίγους.
Όποιος φοράει σταυρό στην Ιερουσαλήμ δεν πρέπει να χρειάζεται θάρρος για να περπατήσει στον δρόμο.
Αν μια μοναχή, ένας ιερέας ή ένας απλός πιστός φοβάται να εμφανιστεί δημόσια με το σύμβολο της πίστης του, τότε δεν έχουμε απλώς ένα πρόβλημα τάξης. Έχουμε πρόβλημα ελευθερίας.
Και στους Αγίους Τόπους, η ελευθερία της πίστης δεν μπορεί να είναι υπόθεση διάθεσης της εκάστοτε εξουσίας.
Είναι θεμελιώδες δικαίωμα.
Ή προστατεύεται για όλους ή καταρρέει για όλους.

