Νέο περιστατικό στην παραλία του Φάρου – Χωρίς εμφανή τραύματα οι χελώνες που έχουν εντοπιστεί μέχρι σήμερα, αλλά η επανάληψη δεν μπορεί να περνά απαρατήρητη
Ακόμη μία νεκρή θαλάσσια χελώνα εντοπίστηκε στην παραλιακή ζώνη του Φάρου Αυλίδας, ανεβάζοντας τον αριθμό των περιστατικών που έχουν καταγραφεί το τελευταίο διάστημα.
Πρόκειται, σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα αναφορές, για την 6η νεκρή χελώνα στην περιοχή. Και όταν ένα τέτοιο φαινόμενο επαναλαμβάνεται, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια απλή, μεμονωμένη εικόνα της θάλασσας.
Οι χελώνες που έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα δεν φαίνονταν να φέρουν εμφανή τραύματα, χτυπήματα ή σημάδια βίαιης πρόσκρουσης. Αυτό, βεβαίως, δεν αποδεικνύει την αιτία θανάτου. Δεν επιτρέπει αυθαίρετα συμπεράσματα. Δεν δίνει δικαίωμα σε κανέναν να μιλά χωρίς επίσημη διερεύνηση.
Δίνει όμως δικαίωμα στην κοινωνία να ρωτήσει.
Και κυρίως δημιουργεί υποχρέωση στους αρμόδιους να ασχοληθούν σοβαρά.
Δεν χρειάζεται πανικός. Χρειάζεται έλεγχος
Η Αυλίδα, και ειδικά η ευρύτερη περιοχή του Φάρου, απασχολείται εδώ και καιρό από ζητήματα περιβαλλοντικής ανησυχίας. Μεταξύ αυτών και η επίμονη δυσοσμία που κατά διαστήματα καταγγέλλουν κάτοικοι σε διάφορα σημεία της περιοχής.
Να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι: χωρίς επίσημη έρευνα, χωρίς νεκροψία, χωρίς μετρήσεις και χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει αποδεδειγμένη σύνδεση ανάμεσα στη δυσοσμία και στους θανάτους των θαλάσσιων χελωνών.
Όμως είναι εξίσου αδιανόητο να κάνουμε πως δεν βλέπουμε.
Έξι νεκρές θαλάσσιες χελώνες στην ίδια ευρύτερη περιοχή δεν είναι εικόνα που μπορεί να μπαίνει στο αρχείο της καθημερινότητας. Είναι περιστατικό που απαιτεί καταγραφή, παρακολούθηση και έλεγχο.
Η φύση πολλές φορές προειδοποιεί πριν μιλήσουν οι υπηρεσίες.
Τι τρώνε οι θαλάσσιες χελώνες και γιατί αυτό έχει σημασία
Οι θαλάσσιες χελώνες δεν είναι απλώς ένα όμορφο σύμβολο της θάλασσας. Είναι κομμάτι του θαλάσσιου οικοσυστήματος και συνδέονται άμεσα με την υγεία του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν.
Ανάλογα με το είδος και την ηλικία τους, οι θαλάσσιες χελώνες τρέφονται με μέδουσες, μικρά θαλάσσια ζώα, καρκινοειδή, μαλάκια, σπόγγους, φύκια και οργανισμούς που βρίσκονται στον βυθό.
Η Caretta caretta, το πιο γνωστό είδος θαλάσσιας χελώνας στη Μεσόγειο, τρέφεται κυρίως με οργανισμούς του βυθού, όπως καβούρια, μαλάκια, αχινούς, μέδουσες και άλλα μικρά θαλάσσια ζώα.
Αυτό σημαίνει κάτι απλό αλλά κρίσιμο: οι χελώνες βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τη θάλασσα, τον βυθό και την τροφική αλυσίδα.
Όταν λοιπόν νεκρές χελώνες εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα σε μια περιοχή, το ερώτημα δεν είναι μόνο από τι πέθαναν.
Το ερώτημα είναι και τι συμβαίνει στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, τρέφονται και κινούνται.
Ο Φάρος Αυλίδας αξίζει προστασία, όχι αδιαφορία
Ο Φάρος Αυλίδας είναι μια περιοχή ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Μια παραλιακή ζώνη που θα έπρεπε να προστατεύεται, να αναδεικνύεται και να αντιμετωπίζεται με σεβασμό.
Δεν μπορεί από τη μία να μιλάμε για ποιότητα ζωής, ήπια ανάπτυξη, επισκεψιμότητα και προστασία του τόπου, και από την άλλη να βλέπουμε επαναλαμβανόμενα νεκρές θαλάσσιες χελώνες στην ακτή σαν να πρόκειται για κάτι φυσιολογικό.
Δεν είναι φυσιολογικό.
Δεν είναι εικόνα κανονικότητας.
Είναι καμπανάκι.
Και όταν χτυπά το καμπανάκι, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή.
Να καταγραφούν όλα τα περιστατικά
Αυτό που χρειάζεται τώρα δεν είναι ούτε φωνές στον αέρα ούτε αυθαίρετες κατηγορίες.
Χρειάζεται σοβαρότητα.
Να καταγραφούν όλα τα περιστατικά. Να δηλώνονται άμεσα τα σημεία όπου εντοπίζονται νεκρές χελώνες. Να ενημερώνονται οι αρμόδιες αρχές. Να εξεταστεί αν μπορεί να γίνει νεκροψία στα ζώα που εντοπίζονται. Να υπάρξουν περιβαλλοντικοί έλεγχοι στην περιοχή.
Γιατί όταν ένα φαινόμενο επαναλαμβάνεται, η αδιαφορία δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή στην υποβάθμιση.
Μπορεί να μη γνωρίζουμε ακόμη την αιτία.
Γνωρίζουμε όμως ότι έξι νεκρές θαλάσσιες χελώνες στον Φάρο Αυλίδας δεν μπορούν να περάσουν στα ψιλά.
Και γνωρίζουμε ότι όταν η θάλασσα ξεβράζει ξανά και ξανά τέτοιες εικόνες, η κοινωνία δεν πρέπει να κοιτάζει αλλού.
Όσοι έχετε δει παρόμοια περιστατικά, γράψτε στα σχόλια ημερομηνία και ακριβές σημείο. Η καταγραφή βοηθά να φανεί αν το φαινόμενο επαναλαμβάνεται, πού εμφανίζεται και σε ποια έκταση

