Δύο χρόνια από τον θάνατο του Γιώργου Προβόπουλου, το ερώτημα παραμένει: ποιοι ήξεραν, πότε το ήξεραν και γιατί η χώρα οδηγήθηκε σαν υπνοβάτης στην καταστροφή;
Στις 28 Μαΐου 2024 πέθανε ο Γιώργος Προβόπουλος, ο άλλοτε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. Ένας άνθρωπος που βρέθηκε στο κέντρο της πιο κρίσιμης δημοσιονομικής καμπής της Μεταπολίτευσης. Όχι ως πολιτικός. Όχι ως κομματικός παράγοντας. Αλλά ως ο θεσμικός τραπεζίτης που, σύμφωνα με όσα ο ίδιος υποστήριζε μέχρι τέλους, είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τον εκτροχιασμό.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό ερώτημα.
Διότι ο Προβόπουλος δεν είπε απλώς, εκ των υστέρων, ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά». Υποστήριξε ότι το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2009 είχε ενημερώσει, θεσμικά και πολιτικά, ότι το έλλειμμα είχε ήδη ξεφύγει. Σε συνέντευξή του είχε μιλήσει για προειδοποιήσεις προς Καραμανλή και Παπανδρέου και για ταμειακό έλλειμμα 8% στο οκτάμηνο, λέγοντας την περίφημη φράση: «Όλοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν ήθελε να ακούσει».
Αυτό είναι το σημείο που καίει.
Αν όλοι ήξεραν, τότε η χώρα δεν οδηγήθηκε στην κρίση από άγνοια. Οδηγήθηκε από πολιτική επιλογή, από αναβολή, από απόκρυψη, από τη γνωστή ελληνική μέθοδο: να σπρώχνουμε τη βόμβα λίγο παρακάτω, μέχρι να σκάσει στα χέρια του επόμενου.
Το καλοκαίρι του 2009 δεν ήταν ένα απλό πολιτικό καλοκαίρι. Ήταν το προοίμιο της εθνικής χρεοκοπίας. Ο Κώστας Καραμανλής αντιλαμβανόταν ότι τα δημοσιονομικά είχαν ξεφύγει. Ο Γιώργος Σουφλιάς, σύμφωνα με τις πολιτικές μαρτυρίες εκείνης της περιόδου, φέρεται να τον πίεσε να πάει άμεσα σε εκλογές. Το μήνυμα, ωμό και καθαρό: δεν σώζεται το πράγμα.
Και πράγματι, δεν σωζόταν.
Η Νέα Δημοκρατία έχασε την εξουσία τον Οκτώβριο του 2009. Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε στην κυβέρνηση. Και μέσα σε λίγες εβδομάδες, η Ελλάδα βρέθηκε να εμφανίζει έλλειμμα όχι 6%, όπως παρουσιαζόταν προηγουμένως, αλλά στη ζώνη του 12,5%–13%. Η Τράπεζα της Ελλάδος, στον απολογισμό της, κατέγραψε ότι με την κοινοποίηση του Οκτωβρίου 2009 το έλλειμμα έφθανε στο 12,9%, ενώ η Eurostat το 2010 το αναθεώρησε τελικά στο ασύλληπτο 15,4%.
Ένας αριθμός που δεν ήταν απλώς λογιστικός.
Ήταν πολιτικός σεισμός.
Ήταν το τέλος της μεταπολιτευτικής ψευδαίσθησης ότι η χώρα μπορεί να δανείζεται επ’ άπειρον, να διορίζει, να μοιράζει, να κρύβει, να μεταθέτει και στο τέλος να ζητάει από την Ευρώπη να κάνει ότι δεν βλέπει.
Μετά ήρθαν όλα όσα σημάδεψαν μια γενιά: το Καστελόριζο, η τρόικα, τα μνημόνια, η κοινωνική καθίζηση, η πολιτική αποσύνθεση, η κωλοτούμπα Σαμαρά, η άνοδος Τσίπρα, το δημοψήφισμα, το τρίτο μνημόνιο. Όμως η αφετηρία βρίσκεται εκεί: στο 2009. Στο σημείο όπου η αλήθεια υπήρχε, αλλά δεν ειπώθηκε εγκαίρως με το βάρος που απαιτούσε η ιστορία.
Και γι’ αυτό έχει σημασία η πρόσφατη παραδοχή του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Ο πρώην επικεφαλής του Eurogroup είπε ότι θεωρεί σοβαρό λάθος του πως δεν έθεσε την κυβέρνηση Καραμανλή ενώπιον των ευθυνών της, επειδή, όπως είπε, «αφελώς» την πίστευε.
Βαριά κουβέντα.
Διότι όταν ένας Ευρωπαίος παράγοντας αυτού του επιπέδου λέει, χρόνια μετά, ότι πίστεψε αφελώς μια ελληνική κυβέρνηση, δεν κάνει απλώς αυτοκριτική. Περιγράφει το έλλειμμα αξιοπιστίας μιας χώρας. Περιγράφει την ώρα που η Ελλάδα έχασε την εμπιστοσύνη των εταίρων της. Και όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, μετά δεν συζητάς πολιτικά. Υπακούς δημοσιονομικά.
Αυτή ήταν η τραγωδία.
Δεν ήταν μόνο το έλλειμμα. Ήταν ότι κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη του ελλείμματος. Δεν ήταν μόνο οι αριθμοί. Ήταν ότι οι αριθμοί αντιμετωπίστηκαν σαν επικοινωνιακό πρόβλημα. Δεν ήταν μόνο η χρεοκοπία. Ήταν ότι η χρεοκοπία είχε προειδοποιήσεις, είχε σήματα, είχε ανθρώπους που έλεγαν «προσέξτε» — και ένα πολιτικό σύστημα που προτίμησε να κοιτάξει αλλού.
Ο ιστορικός του μέλλοντος θα ψάξει τα έγγραφα, τις σημειώσεις, τα πρακτικά, τις συναντήσεις, τις εκμυστηρεύσεις. Θα ψάξει ποιος ήξερε, ποιος σιώπησε, ποιος συγκάλυψε, ποιος προστάτευσε ποιον. Θα ψάξει τι ακριβώς είπε ο Προβόπουλος, πότε το είπε και σε ποιον το είπε.
Αλλά η πολιτική ουσία είναι ήδη μπροστά μας.
Η Ελλάδα δεν μπήκε στα μνημόνια μόνο επειδή είχε έλλειμμα. Μπήκε επειδή το πολιτικό της σύστημα δεν είχε το θάρρος να πει την αλήθεια όταν ακόμη υπήρχε χρόνος. Και αυτό το κόστος το πλήρωσαν οι πολίτες. Όχι όσοι γνώριζαν. Όχι όσοι υπέγραφαν. Όχι όσοι έπαιζαν με τους αριθμούς.
Οι πολίτες.
Γι’ αυτό το 2009 δεν είναι παρελθόν. Είναι ανοιχτός λογαριασμός. Και όσο κάποιοι προσπαθούν να τον κλείσουν με σιωπή, τόσο θα επιστρέφει.
Γιατί τα πρόσωπα φεύγουν. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν. Οι πρωθυπουργοί αποσύρονται. Οι μάρτυρες πεθαίνουν.
Αλλά τα γραπτά μένουν.
Scripta manent.

