Όταν κάτι μεταβιβάζεται για αποκρατικοποίηση, δεν μπαίνει σε προσωρινή φύλαξη. Μπαίνει σε διάδρομο εξόδου από το Δημόσιο. Και αυτό πρέπει να το ξέρει κάθε πολίτης.
Υπάρχει ένα μεγάλο αφήγημα που επαναλαμβάνεται χρόνια τώρα, σχεδόν σαν υπνωτικό:
«Μη φοβάστε, η δημόσια περιουσία δεν πωλείται πραγματικά. Είναι για 99 χρόνια».
Όχι.
Δεν είναι τόσο απλό.
Και κυρίως, δεν είναι τόσο αθώο.
Η διάρκεια των 99 ετών αφορά το Υπερταμείο ως εταιρικό μηχανισμό. Δεν σημαίνει ότι κάθε περιουσιακό στοιχείο που περνά μέσα από μηχανισμούς αποκρατικοποίησης επιστρέφει αυτόματα στο Δημόσιο, σαν να ήταν ένα διαμέρισμα που νοικιάστηκε για λίγο και μετά γυρίζει στον ιδιοκτήτη του.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη πολιτική εξαπάτηση.
Το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσο διαρκεί ο φορέας.
Το κρίσιμο είναι τι γίνεται με την περιουσία που περνά από μέσα του.
Και εκεί ο νόμος είναι πολύ πιο σκληρός από τα τηλεοπτικά καθησυχαστικά χαμόγελα.
Στον Ν. 3986/2011, τον νόμο με τον οποίο συγκροτήθηκε το ΤΑΙΠΕΔ, προβλέπεται η μεταβίβαση στο Ταμείο κινητών αξιών, εμπράγματων δικαιωμάτων, δικαιωμάτων διαχείρισης και εκμετάλλευσης, αλλά και άλλων περιουσιακών δικαιωμάτων επί ακινήτων που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων.
Με απλά λόγια:
το Δημόσιο δεν «κουβεντιάζει» απλώς την αξιοποίηση.
Μεταβιβάζει εργαλεία, δικαιώματα, περιουσία, δυνατότητες ελέγχου.
Και η πραγματική βόμβα βρίσκεται στη ρήτρα μη επιστροφής.
Η διάταξη προβλέπει ότι πράγμα ή δικαίωμα που μεταβιβάστηκε ή παραχωρήθηκε στο Ταμείο δεν μπορεί να αναμεταβιβαστεί στον προηγούμενο κύριο ή δικαιούχο καθ’ οιονδήποτε τρόπο, εφόσον περιλαμβάνεται στο εγκεκριμένο πρόγραμμα αξιοποίησης.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια.
Είναι πολιτικό χειρουργείο.
Διότι σημαίνει πως όταν ένα περιουσιακό στοιχείο μπει στον μηχανισμό αποκρατικοποίησης, δεν βρίσκεται απλώς σε αναμονή. Βρίσκεται σε τροχιά αξιοποίησης, πώλησης, παραχώρησης ή απώλειας δημόσιου ελέγχου.
Και εδώ τελειώνουν τα παραμύθια.
Άλλο Υπερταμείο, άλλο ΤΑΙΠΕΔ — αλλά η ουσία παραμένει ίδια
Κάποιοι παίζουν με τις λέξεις.
Άλλο λένε «Υπερταμείο».
Άλλο λένε «ΤΑΙΠΕΔ».
Άλλο λένε «αξιοποίηση».
Άλλο λένε «παραχώρηση».
Άλλο λένε «επένδυση».
Άλλο λένε «εκσυγχρονισμός».
Όμως ο πολίτης πρέπει να κοιτάζει το αποτέλεσμα, όχι τη συσκευασία.
Όταν ένα λιμάνι φεύγει από τον δημόσιο έλεγχο, ο πολίτης χάνει εργαλείο στρατηγικής.
Όταν ένα ακίνητο περνά σε πρόγραμμα εκποίησης, ο πολίτης χάνει δημόσια γη.
Όταν μια υποδομή περνά σε ιδιωτικά συμφέροντα, το κράτος χάνει βαθμούς ελευθερίας.
Όταν η δημόσια περιουσία γίνεται χαρτοφυλάκιο προς «αξιοποίηση», τότε η χώρα παύει να τη βλέπει ως εθνικό απόθεμα και αρχίζει να τη βλέπει ως εμπόρευμα.
Και αυτό δεν είναι λογιστική πράξη.
Είναι αλλαγή κυριαρχίας.
Το κράτος πουλάει σήμερα και κάνει τον ανήξερο αύριο
Το πιο προκλητικό είναι ότι όσοι υπέγραψαν, στήριξαν ή υπηρέτησαν αυτό το μοντέλο, μετά εμφανίζονται ως υπερασπιστές της δημόσιας περιουσίας.
Μιλούν για ανάπτυξη.
Μιλούν για επενδύσεις.
Μιλούν για αξιοποίηση.
Μιλούν για πρόοδο.
Αλλά δεν λένε την απλή αλήθεια:
Η δημόσια περιουσία, όταν χαθεί, δεν επιστρέφει με ευχές.
Δεν επιστρέφει με δελτία Τύπου.
Δεν επιστρέφει με προεκλογικές υποσχέσεις.
Δεν επιστρέφει με πατριωτικές κορώνες από αυτούς που τη μετέτρεψαν σε αντικείμενο συναλλαγής.
Και εδώ πρέπει να γίνει η διάκριση:
Δεν είναι κάθε παραχώρηση ίδια.
Δεν είναι κάθε σύμβαση ίδια.
Δεν είναι κάθε αξιοποίηση πώληση.
Υπάρχουν μισθώσεις, υπάρχουν χρονικές παραχωρήσεις, υπάρχουν μεταβιβάσεις δικαιωμάτων, υπάρχουν πλήρεις εκποιήσεις.
Όμως ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται διαφάνεια.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται ενημέρωση.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται πολιτικός έλεγχος.
Διότι πίσω από κάθε τεχνική λέξη μπορεί να κρύβεται μια μόνιμη απώλεια.
Η δημόσια περιουσία δεν είναι λάφυρο
Η δημόσια περιουσία δεν ανήκει σε κυβερνήσεις.
Δεν ανήκει σε υπουργούς.
Δεν ανήκει σε ταμεία.
Δεν ανήκει σε διοικητικά συμβούλια.
Δεν ανήκει σε συμβούλους, funds, επενδυτές και τραπεζικά γραφεία.
Ανήκει στον λαό.
Οι κυβερνήσεις είναι διαχειριστές.
Όχι ιδιοκτήτες.
Και όταν ένας διαχειριστής εκποιεί περιουσία που ανήκει στις επόμενες γενιές, οφείλει να εξηγεί δημόσια:
Τι πουλάει;
Γιατί το πουλάει;
Σε ποιον το πουλάει;
Με ποιο τίμημα;
Με ποιες δεσμεύσεις;
Με ποια δυνατότητα ελέγχου;
Με ποια δυνατότητα επιστροφής;
Με ποιο εθνικό συμφέρον;
Όταν αυτά δεν απαντώνται καθαρά, τότε δεν έχουμε αξιοποίηση.
Έχουμε σιωπηλή απογύμνωση της χώρας.
Το πραγματικό ερώτημα
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάτι βρίσκεται «για 99 χρόνια» σε έναν φορέα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι:
Ποια περιουσία μπήκε στον μηχανισμό;
Ποια περιουσία βγήκε από τον δημόσιο έλεγχο;
Ποια περιουσία πουλήθηκε;
Ποια παραχωρήθηκε;
Ποια χάθηκε οριστικά;
Και ποιος λογοδότησε γι’ αυτό;
Γιατί ο ελληνικός λαός έχει δικαίωμα να ξέρει.
Όχι αφού υπογραφούν οι συμβάσεις.
Όχι αφού βγουν τα ΦΕΚ.
Όχι αφού αλλάξουν χέρια τα ακίνητα, τα λιμάνια, οι υποδομές και τα δικαιώματα.
Πριν.
Διότι η δημόσια περιουσία δεν είναι υπόθεση λογιστών.
Είναι υπόθεση δημοκρατίας.
Το πιο επικίνδυνο ψέμα δεν είναι το φανερό.
Είναι το μισό.
Και το «είναι για 99 χρόνια» είναι ακριβώς αυτό:
μια μισή αλήθεια που κρύβει μια ολόκληρη απώλεια.
Η Ελλάδα δεν έχασε μόνο εισοδήματα στα Μνημόνια.
Δεν έχασε μόνο μισθούς, συντάξεις και κοινωνικά δικαιώματα.
Έχασε και κομμάτια από την ίδια της την περιουσία.
Και το χειρότερο;
Πολλές φορές δεν της το είπαν ως πώληση.
Της το είπαν ως αξιοποίηση.
Όμως όταν η δημόσια περιουσία φεύγει, δεν φεύγει με ημερομηνία επιστροφής.
Φεύγει με νόμους.
Φεύγει με υπογραφές.
Φεύγει με ΦΕΚ.
Και αν ο λαός δεν προσέξει, μια μέρα θα του πουν ότι δεν του ανήκει τίποτα — και θα του ζητήσουν να πει κι ευχαριστώ.

