Το πολιτικό σκηνικό δεν μυρίζει απλώς προεκλογική περίοδο. Μυρίζει αναδιάταξη. Και όταν αλλάζουν οι ισορροπίες, δεν αρκούν ούτε οι παλιές συνταγές, ούτε οι ωραίες δηλώσεις, ούτε οι κομματικοί αυτοματισμοί.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη, αλλά δεν πετάει. Αντέχει, αλλά δεν εμπνέει όπως παλιά. Κρατάει δυνάμεις, αλλά βλέπει μπροστά της δύσκολη διαδρομή. Το ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα στηθούν οι κάλπες. Το πραγματικό ερώτημα είναι με ποιο πολιτικό κλίμα θα φτάσει η χώρα σε αυτές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει ότι δεν βιάζεται. Το σενάριο της άνοιξης του 2027 παραμένει ισχυρό, γιατί του δίνει χρόνο να οργανώσει άμυνες, να μετρήσει αντιπάλους, να κάνει διορθωτικές κινήσεις και να αποφύγει μια κάλπη υπό συνθήκες αιφνιδιασμού. Όμως ο χρόνος στην πολιτική δεν είναι πάντα σύμμαχος. Μπορεί να γίνει και παγίδα.
Ο μίνι ανασχηματισμός δεν είναι απλώς αλλαγή προσώπων. Είναι μήνυμα. Η επιλογή Κυρανάκη για τη Γραμματεία της ΝΔ και τα σενάρια μετακίνησης Μαρινάκη στο υπουργείο Μεταφορών δείχνουν ότι το Μέγαρο Μαξίμου θέλει να βάλει πρόσωπα πρώτης γραμμής σε θέσεις πολιτικής μάχης. Ιδίως στο πεδίο των μεταφορών, μετά τα Τέμπη, τίποτα δεν είναι ουδέτερο. Εκεί δεν αρκεί η επικοινωνία. Χρειάζεται αποτέλεσμα, λογοδοσία και αξιοπιστία.
Η Καρυστιανού ως άγνωστος Χ
Η μεγάλη μεταβλητή του νέου σκηνικού είναι η Μαρία Καρυστιανού. Δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό πρόσωπο που εμφανίστηκε από τα έτοιμα. Δεν κουβαλά κομματική φθορά, δεν έχει κυβερνητικό παρελθόν, δεν έχει υπογράψει μνημόνια, υποσχέσεις, διαψεύσεις και αναδιπλώσεις.
Ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να πάρει ψήφο διαμαρτυρίας από διαφορετικές δεξαμενές. Από πολίτες που δεν εμπιστεύονται πλέον τα κόμματα. Από ανθρώπους που νιώθουν ότι το κράτος δεν λογοδοτεί. Από ψηφοφόρους που θέλουν να τιμωρήσουν το πολιτικό σύστημα χωρίς να πάνε στα άκρα.
Το αν αυτό θα έχει διάρκεια είναι άλλο ζήτημα. Η διαμαρτυρία μπορεί να γεννήσει ρεύμα. Για να γίνει όμως πολιτική δύναμη με προοπτική, χρειάζεται πρόγραμμα, πρόσωπα, δομή και απαντήσεις. Η Καρυστιανού σήμερα εκφράζει ένα βαθύ κοινωνικό τραύμα. Το αν μπορεί να το μετατρέψει σε πολιτική πρόταση, μένει να φανεί.
Το ΠΑΣΟΚ και το πρόβλημα Ανδρουλάκη
Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι. Δεν είναι μικρό κόμμα, αλλά δεν πείθει ότι μπορεί να γίνει κυβερνητική εναλλακτική. Δεν καταρρέει, αλλά δεν απογειώνεται. Δεν λείπει από το πολιτικό παιχνίδι, αλλά δεν το ορίζει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσκοπικό. Είναι πρωθυπουργικό. Ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει καταφέρει να πείσει ένα κρίσιμο τμήμα της κοινωνίας ότι μπορεί να σταθεί ως φυσικός αντίπαλος του Μητσοτάκη. Και αυτό, για ένα κόμμα που θέλει να διεκδικήσει εξουσία, είναι κεντρικό ζήτημα.
Όταν ένα κόμμα φιλοδοξεί να κυβερνήσει, δεν αρκεί να λέει ότι είναι σοβαρότερο από τους άλλους. Πρέπει να πείθει ότι έχει αρχηγό, σχέδιο, συμμαχίες και πολιτική αριθμητική. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να φοβάται περισσότερο τη συζήτηση για συνεργασίες παρά την ίδια την ήττα.
Η άρνηση κάθε εκλογικής φόρμουλας συνεργασίας με το επιχείρημα ότι δήθεν οδηγεί σε ρευστοποίηση του ΠΑΣΟΚ, μπορεί να ακούγεται εσωκομματικά χρήσιμη, αλλά πολιτικά είναι ανεπαρκής. Άλλο συνεργασία, άλλο απορρόφηση. Άλλο κοινή στρατηγική απέναντι στη ΝΔ, άλλο παράδοση των κλειδιών σε άλλο κόμμα.
Αν ο Ανδρουλάκης πιστεύει ότι μπορεί μόνος του να νικήσει τη ΝΔ, ας το αποδείξει. Αν όμως το ΠΑΣΟΚ μείνει καθηλωμένο, τότε κάποια στιγμή το ερώτημα δεν θα είναι ποιος το πολεμά από έξω, αλλά ποιος το κρατάει χαμηλά από μέσα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολιτική κρυογενική νάρκη
Ο ΣΥΡΙΖΑ ζει μια παράδοξη κατάσταση. Τυπικά υπάρχει. Πολιτικά όμως μοιάζει σαν να περιμένει οδηγίες από το μέλλον. Δεν κινείται ως αυτόνομο κόμμα εξουσίας, αλλά ως χώρος αναμονής. Σαν να μπήκε σε κρυοθάλαμο μέχρι να αποφασίσει ο Αλέξης Τσίπρας ποιους θα αποψύξει και ποιους θα αφήσει πίσω.
Η στάση Φάμελλου απέναντι στο εγχείρημα Τσίπρα δεν δείχνει στρατηγική αυτονομία. Δείχνει παραίτηση από την ιδέα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να συνεχίσει ως κανονικό κόμμα. Η φράση «δίπλα» μπορεί να παρουσιάζεται ως πολιτική γενναιοδωρία. Στην πραγματικότητα, όμως, μοιάζει με παραδοχή αδυναμίας.
Ο Σωκράτης Φάμελλος παρέλαβε κόμμα και κινδυνεύει να παραδώσει λίστα μεταγραφών. Και αυτό είναι το χειρότερο για έναν χώρο που κάποτε κυβέρνησε τη χώρα. Όχι ότι χάνει ποσοστά. Αλλά ότι χάνει τον λόγο ύπαρξής του.
Η εικόνα ενός κόμματος που δεν ξέρει αν θέλει να σταθεί απέναντι, δίπλα ή πίσω από τον Τσίπρα, είναι εικόνα πολιτικής αποσύνθεσης. Και όταν ένα κόμμα δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι πρωταγωνιστής ή παράρτημα, τότε η κοινωνία αποφασίζει γι’ αυτό.
Η αντιπολίτευση ψάχνει αρχηγό, η κοινωνία ψάχνει διέξοδο
Το μεγάλο συμπέρασμα είναι απλό: η κυβέρνηση παραμένει μπροστά όχι επειδή ενθουσιάζει, αλλά επειδή οι αντίπαλοί της δεν έχουν ακόμη πείσει ότι μπορούν να κυβερνήσουν.
Ο Τσίπρας επιστρέφει ως δεύτερος πόλος, αλλά κουβαλά το παρελθόν του. Η Καρυστιανού εμφανίζεται ως καθαρό πρόσωπο διαμαρτυρίας, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει πολιτικό σχέδιο. Το ΠΑΣΟΚ έχει οργανωτική βάση, αλλά πρόβλημα ηγετικής εικόνας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποχαιρετά τον παλιό του ρόλο χωρίς να έχει βρει νέο.
Και η Νέα Δημοκρατία; Κερδίζει χρόνο. Όμως δεν κερδίζει απαραίτητα εμπιστοσύνη. Η φθορά υπάρχει, η κοινωνική κόπωση υπάρχει, η ακρίβεια υπάρχει, τα θεσμικά ερωτήματα υπάρχουν, η υπόθεση των Τεμπών παραμένει ανοιχτή πληγή.
Γι’ αυτό το πολιτικό σκηνικό δεν είναι σταθερό. Είναι παγωμένο στην επιφάνεια και βραστό από κάτω.
Όποιος το υποτιμήσει, θα βρεθεί προ εκπλήξεων.

