Όταν ο συνταξιούχος μετρά τα κέρματα και ο εκπαιδευτικός ζητά την επιστροφή των δώρων, ο Μητροπολίτης εξηγεί ότι δεν τον πληρώνει ο φορολογούμενος αλλά η… εκκλησιαστική περιουσία
Σε μια κοινωνία που στενάζει από την ακρίβεια, τους καθηλωμένους μισθούς και τις περικοπές, ο Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου Ιερώνυμος αποφάσισε να υπερασπιστεί τις αυξήσεις έως και 95% στις αποδοχές των Αρχιερέων, δηλώνοντας, μάλιστα, ότι οι δικές του τσέπες είναι… «τρύπιες».
Πρόκειται για μια φράση που δύσκολα μπορεί να ακουστεί χωρίς ειρωνικά χαμόγελα από έναν χαμηλοσυνταξιούχο, έναν νοσηλευτή, έναν εκπαιδευτικό ή έναν εργαζόμενο που βλέπει τον μισθό του να εξαφανίζεται πριν από το τέλος του μήνα.
Ο Μητροπολίτης υποστηρίζει ότι δεν πρόκειται για αυξήσεις, αλλά για «αντιστοίχιση» των Αρχιερέων με ειδικές θέσεις του Δημοσίου. Μπορεί, όμως, να αλλάζει η ονομασία, δεν αλλάζει το αποτέλεσμα: περισσότερα χρήματα θα καταλήγουν κάθε μήνα στους τραπεζικούς λογαριασμούς Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών.
Ο πολίτης, άλλωστε, δεν πληρώνει με θεολογικούς όρους ούτε με γλωσσικές ακροβασίες. Πληρώνει σε ευρώ.
«Δεν με πληρώνει ο φορολογούμενος»
Το πλέον προκλητικό σημείο της παρέμβασής του είναι ο ισχυρισμός ότι δεν τον πληρώνει ο Έλληνας φορολογούμενος, αλλά η εκκλησιαστική περιουσία που, όπως αναφέρει, δημεύθηκε, καταπατήθηκε, δωρήθηκε ή απαλλοτριώθηκε από το κράτος.
Η συζήτηση για την εκκλησιαστική περιουσία είναι ιστορικά και νομικά σύνθετη. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί μια απλή πραγματικότητα: η μισθοδοσία καταβάλλεται σήμερα μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Και ο κρατικός προϋπολογισμός δεν είναι κάποιο ουράνιο ταμείο. Τροφοδοτείται από τους φόρους των πολιτών, τον ΦΠΑ στα τρόφιμα, τους φόρους στα καύσιμα, τον ΕΝΦΙΑ, τις κρατήσεις των εργαζομένων και τις εισφορές των επαγγελματιών.
Επομένως, όταν αυξάνεται μια δαπάνη του Δημοσίου, το κόστος επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο. Όλα τα υπόλοιπα μπορεί να αποτελούν ιστορική ή πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά δεν αλλάζουν τη σημερινή δημοσιονομική πραγματικότητα.
Οι Μητροπολίτες των 10.000 ευρώ
Ο κ. Ιερώνυμος επικαλείται, μάλιστα, τους μισθούς των Μητροπολιτών στην Κύπρο και στη Βουλγαρία. Στην Κύπρο, γράφει, οι Μητροπολίτες λαμβάνουν 10.000 ευρώ τον μήνα, ενώ στη Βουλγαρία 5.000 ευρώ καθαρά.
Αλήθεια, αυτή είναι η πνευματική πυξίδα;
Η σύγκριση προς τα πάνω, όταν αφορά τις αποδοχές των Ιεραρχών, αλλά η επίκληση της υπομονής, της εγκράτειας και της θυσίας όταν αφορά το ποίμνιο;
Ο εργαζόμενος των 800 και 900 ευρώ με ποια χώρα θα πρέπει να συγκριθεί; Ο συνταξιούχος που δίνει τη μισή σύνταξη στα φάρμακα; Ο εκπαιδευτικός που υπηρετεί σε νησί και πληρώνει ενοίκιο μεγαλύτερο από τον μισθό του; Ο νοσηλευτής που κάνει εξαντλητικές βάρδιες;
Η κοινωνία δεν ενοχλείται επειδή οι Μητροπολίτες αμείβονται. Ενοχλείται από την προκλητική πολιτική προτεραιότητα μιας κυβέρνησης που βρίσκει δημοσιονομικό χώρο για αυξήσεις στους κορυφαίους της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, την ώρα που αρνείται να επαναφέρει τον 13ο και τον 14ο μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους.
Οι πραγματικά τρύπιες τσέπες
Ο Λαρίσης Ιερώνυμος καταγγέλλει «στρατευμένα παπαγαλάκια» στο διαδίκτυο και όσους κοιτούν τις τσέπες των Αρχιερέων.
Μόνο που οι αποδοχές οι οποίες καταβάλλονται από το Δημόσιο δεν είναι προσωπικό μυστικό. Είναι δημόσια δαπάνη και, κατά συνέπεια, υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο και πολιτική κριτική.
Οι πραγματικά τρύπιες τσέπες βρίσκονται στα σούπερ μάρκετ, όπου οι πολίτες αφήνουν προϊόντα στο ταμείο επειδή δεν επαρκούν τα χρήματά τους.
Βρίσκονται στα σπίτια που δεν μπορούν να ζεσταθούν.
Βρίσκονται στους λογαριασμούς ρεύματος, στις δόσεις των δανείων και στα ενοίκια που καταπίνουν έναν ολόκληρο μισθό.
Βρίσκονται στους νέους που εργάζονται και παραμένουν στο παιδικό τους δωμάτιο επειδή δεν μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους σπίτι.
Αυτές είναι οι τρύπιες τσέπες που οφείλουν να απασχολούν πρώτα μια Εκκλησία η οποία επικαλείται διαρκώς την κοινωνική της αποστολή.
Η σιωπή θα ήταν σοφότερη
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν Ιεράρχες και κληρικοί με σημαντική κοινωνική προσφορά. Ούτε ότι πολλές Μητροπόλεις στηρίζουν ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη.
Η προσφορά, όμως, δεν αποτελεί λευκή επιταγή ούτε καταργεί το δικαίωμα της κοινωνίας να κρίνει.
Και σίγουρα δεν δικαιολογεί μια δημόσια τοποθέτηση που επιχειρεί να παρουσιάσει ως περίπου αδικημένους ανθρώπους οι οποίοι πρόκειται να λάβουν αυξήσεις από 60% έως 95%.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταπεινότητα δεν αποδεικνύεται με μεγαλόστομες αναφορές στη θυσία. Αποδεικνύεται με πράξεις.
Ο κ. Ιερώνυμος δηλώνει ότι ποτέ δεν κοίταξε τις τσέπες του. Ίσως τότε να μην αντιλαμβάνεται πόσο βαθιές γίνονται μετά τη νέα μισθολογική ρύθμιση.
Γιατί, Σεβασμιώτατε, οι πραγματικά τρύπιες τσέπες δεν γεμίζουν με αυξήσεις 95%.
Οι πραγματικά τρύπιες τσέπες είναι εκείνες που αδειάζουν καθημερινά για να χρηματοδοτείται και η δική σας μισθοδοσία.

