Νόμος υπήρξε, υπουργική απόφαση εκδόθηκε, ο ΕΟΦ άνοιξε τη διαδικασία. Τα φάρμακα όμως δεν έφτασαν ποτέ στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Όταν όλοι οι κρίκοι της αγοράς κερδίζουν από την ακινησία, ο μόνος που μένει να πληρώνει είναι ο καταναλωτής.
Στην Ελλάδα έχουμε ανακαλύψει μια ιδιότυπη μορφή «ελεύθερης αγοράς»: οι τιμές απελευθερώνονται, αλλά ο ανταγωνισμός παραμένει κλειδωμένος στο συρτάρι.
Από το 2016 υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει τη διάθεση συγκεκριμένων Φαρμάκων Γενικής Διάθεσης —αναλγητικών, αντιπυρετικών και άλλων απλών μη συνταγογραφούμενων σκευασμάτων— και εκτός φαρμακείων. Εκδόθηκε υπουργική απόφαση, δημοσιεύθηκε ΦΕΚ, καθορίστηκαν δραστικές ουσίες και ο ΕΟΦ κάλεσε τις εταιρείες να υποβάλουν αιτήσεις.
Και μετά;
Σιωπή.
Η περίφημη «απελευθέρωση» εφαρμόστηκε μόνο στα χαρτιά. Τα φάρμακα δεν μπήκαν ποτέ ουσιαστικά στα σούπερ μάρκετ, οι ξεχωριστές συσκευασίες δεν παράχθηκαν, ο ανταγωνισμός δεν λειτούργησε και οι τιμές συνέχισαν να ανεβαίνουν.
Τι περίεργο, αλήθεια.
Ένα σύστημα που αποφέρει κέρδη σε φαρμακοβιομηχανίες, φαρμακαποθήκες και φαρμακεία αποδείχθηκε ξαφνικά εξαιρετικά δύσκολο να αλλάξει. Οι περιορισμοί στις συσκευασίες, στις περιεκτικότητες και στον αριθμό των τεμαχίων παρουσιάστηκαν ως μέτρα ασφαλείας. Στην πράξη, όμως, λειτούργησαν και ως το τέλειο άλλοθι για να μη δημιουργηθεί ποτέ πραγματική εναλλακτική αγορά.
Κανείς δεν απαγόρευσε επίσημα την εφαρμογή του νόμου.
Απλώς τον έκαναν τόσο ασύμφορο, τόσο δυσκίνητο και τόσο ανεπιθύμητο, ώστε να μείνει νεκρός πριν καν εφαρμοστεί.
Και έτσι όλοι μπορούν σήμερα να σηκώνουν τους ώμους.
Οι φαρμακοβιομηχανίες λένε ότι οι ειδικές συσκευασίες δεν συνέφεραν οικονομικά.
Οι φαρμακοποιοί επικαλούνται την προστασία της δημόσιας υγείας.
Οι φαρμακαποθήκες συνεχίζουν ανενόχλητες τη διανομή τους.
Οι κυβερνήσεις παριστάνουν ότι το θέμα έχει ήδη «ρυθμιστεί».
Μόνο που ο καταναλωτής δεν αγοράζει υπουργικές αποφάσεις. Αγοράζει παυσίπονα.
Και τα πληρώνει.
Σε μια χώρα όπου η ακρίβεια έχει γονατίσει τα νοικοκυριά, ακόμη και το πιο απλό αναλγητικό μετατρέπεται σε προϊόν προστατευμένης αγοράς. Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, δισκίο παρακεταμόλης ιδιωτικής ετικέτας μπορεί να πωλείται σε βρετανικό σούπερ μάρκετ περίπου 3,6 λεπτά, όταν στην Ελλάδα αντίστοιχο επώνυμο δισκίο κοστίζει περίπου 16 λεπτά — σχεδόν πέντε φορές περισσότερο.
Αυτή δεν είναι προστασία του ασθενούς.
Είναι προστασία περιθωρίων κέρδους.
Φυσικά και ο φαρμακοποιός έχει κρίσιμο επιστημονικό ρόλο. Φυσικά και υπάρχουν φάρμακα που πρέπει να χορηγούνται με συμβουλή και αυστηρούς κανόνες. Κανείς σοβαρός δεν ζητά να μετατραπεί το σούπερ μάρκετ σε ανεξέλεγκτο φαρμακείο.
Αλλά άλλο η προστασία της δημόσιας υγείας και άλλο η απαγόρευση κάθε πραγματικού ανταγωνισμού ακόμη και σε μικρές, ελεγχόμενες συσκευασίες απλών σκευασμάτων που σε ολόκληρη την Ευρώπη πωλούνται νόμιμα από διαφορετικά κανάλια.
Όταν ένα μέτρο εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ιταλία και στη Σουηδία, αλλά στην Ελλάδα θεωρείται περίπου απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τότε το πρόβλημα πιθανότατα δεν βρίσκεται στην επιστήμη.
Βρίσκεται στα συμφέροντα.
Το χειρότερο είναι ότι το κράτος απελευθέρωσε τις τιμές, αλλά δεν απελευθέρωσε την αγορά. Άφησε δηλαδή τις επιχειρήσεις να αυξάνουν τις τιμές, χωρίς να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα μπορούσαν να τις πιέσουν προς τα κάτω.
Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση.
Είναι μονόπλευρη παράδοση του καταναλωτή στις διαθέσεις μιας κλειστής αλυσίδας.
Οι κυβερνήσεις των τελευταίων δέκα ετών γνώριζαν το πρόβλημα. Γνώριζαν ότι η νομοθεσία δεν εφαρμοζόταν. Γνώριζαν ότι οι ανατιμήσεις ήταν συνεχείς. Γνώριζαν ότι οι πολίτες πλήρωναν ακριβότερα προϊόντα καθημερινής ανάγκης.
Και δεν έκαναν τίποτα.
Γιατί στην Ελλάδα οι «μεταρρυθμίσεις» είναι γενναίες μόνο όταν μειώνουν μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές. Όταν όμως ακουμπούν οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα, ξαφνικά απαιτούνται επιτροπές, μελέτες, διαβουλεύσεις, ειδικές συσκευασίες και ατελείωτες τεχνικές προϋποθέσεις.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.
Το κράτος νομοθετεί.
Οι ισχυροί διαπραγματεύονται.
Και ο πολίτης πληρώνει.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει καθαρά: Θα εφαρμοστεί επιτέλους ο νόμος ή θα συνεχίσει να παριστάνει ότι δεν βλέπει μια αγορά όπου οι τιμές ανεβαίνουν και ο ανταγωνισμός παραμένει αποκλεισμένος;
Γιατί όταν ένα απλό παυσίπονο γίνεται σύμβολο ελληνικής αισχροκέρδειας, δεν φταίει μόνο η αγορά.
Φταίει πρωτίστως το κράτος που την άφησε να λειτουργεί σαν κλειστό κλαμπ.

