Η Άγκυρα οικοδομεί συστηματικά στρατιωτικό και πολιτικό ρόλο από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Μέση Ανατολή – Οι επίσημες αποφάσεις δεν έχουν ακόμη ληφθεί, αλλά τα τετελεσμένα προετοιμάζονται
Η επόμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ, που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου, δεν θα είναι μία ακόμη εθιμοτυπική συγκέντρωση ηγετών με οικογενειακές φωτογραφίες, γενικόλογες διακηρύξεις και δηλώσεις περί «ενότητας της Συμμαχίας».
Θα είναι μία Σύνοδος στην οποία πρόκειται να συζητηθεί η πραγματική μετεξέλιξη του ΝΑΤΟ σε μια εποχή αμερικανικής αβεβαιότητας, πολέμου στην Ουκρανία, ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή και αναδιάταξης ολόκληρης της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Και η Τουρκία δεν επέλεξε τυχαία να φιλοξενήσει αυτή τη Σύνοδο.
Η Άγκυρα δεν θέλει απλώς να βρίσκεται στο τραπέζι. Θέλει να καθορίζει την ατζέντα, να ελέγχει κρίσιμες στρατιωτικές δομές και να εμφανίζεται ως αναντικατάστατος κόμβος μεταξύ Ευρώπης, Μαύρης Θάλασσας, Καυκάσου, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής.
Τι έχει επιβεβαιωθεί και τι όχι
Μέχρι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επίσημη απόφαση του ΝΑΤΟ που να αναθέτει στην Τουρκία έναν θεσμικά προσδιορισμένο ρόλο με την ονομασία «Προστασία του ΝΑΤΟ στην Ουκρανία».
Δεν υπάρχει επίσης επίσημη ανακοίνωση ότι η Άγκυρα πρόκειται να αναλάβει την «Ανώτατη Διοίκηση της Νότιας Πτέρυγας».
Μάλιστα, η επίσημη ανακατανομή των μεγάλων νατοϊκών διοικήσεων προβλέπει ότι η Ιταλία θα αναλάβει το Joint Force Command της Νάπολης, δηλαδή τη διοίκηση που συνδέεται άμεσα με τη Νότια Πτέρυγα της Συμμαχίας.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα.
Σημαίνει ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε τις επίσημες αποφάσεις από τις επιδιώξεις που προετοιμάζονται στο παρασκήνιο.
Και οι τουρκικές επιδιώξεις είναι πλέον ξεκάθαρες.
Η Τουρκία δεν μιλά – Οργανώνεται
Η Τουρκία προωθεί τη δημιουργία νέου Πολυεθνικού Στρατηγείου Σώματος Στρατού στα Άδανα, ενισχύει τη ναυτική της παρουσία και τις πολυεθνικές δομές στον Εύξεινο Πόντο, αναβαθμίζει τη συμμετοχή της στις δυνάμεις υψηλής ετοιμότητας και επενδύει συστηματικά στη δυνατότητα να διοικεί μεγάλους νατοϊκούς σχηματισμούς.
Η ίδια η τουρκική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία δεν κρύβει τον στόχο της.
Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ έχει διακηρύξει ότι η Τουρκία δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της μία «χώρα της πτέρυγας», αλλά μία κεντρική χώρα που διαμορφώνει τη νατοϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Αυτή δεν είναι μία φράση εσωτερικής κατανάλωσης.
Είναι στρατηγικό δόγμα.
Η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση, τον έλεγχο των Στενών, το μέγεθος των Ενόπλων Δυνάμεών της, την πολεμική της βιομηχανία και τη δυνατότητα συνομιλίας τόσο με τη Δύση όσο και με τη Ρωσία σε θεσμική εξουσία μέσα στο ΝΑΤΟ.
Δεν θέλει απλώς να συμμετέχει στις αποφάσεις.
Θέλει οι υπόλοιποι σύμμαχοι να θεωρούν ότι καμία απόφαση για την περιοχή δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς την Τουρκία.
Πού βρίσκεται ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στο απλοϊκό σενάριο ότι κάποιος Τούρκος στρατηγός θα αποκτήσει τυπικά τη διοίκηση ελληνικών δυνάμεων.
Το πραγματικό ζήτημα είναι πολύ βαθύτερο.
Όποιος αποκτά αυξημένο ρόλο στις νατοϊκές δομές επηρεάζει:
- τον επιχειρησιακό σχεδιασμό,
- τις περιοχές ευθύνης,
- τα σενάρια των ασκήσεων,
- τις εκτιμήσεις απειλής,
- την κατανομή δυνάμεων και μέσων,
- τη νατοϊκή ορολογία,
- ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο η Συμμαχία αντιλαμβάνεται τις κρίσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ελληνικό πρόβλημα.
Η Τουρκία είναι η χώρα που εξακολουθεί να διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον της Ελλάδας. Αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών, τον εθνικό εναέριο χώρο και τη νόμιμη αμυντική θωράκιση ελληνικών εδαφών.
Παράλληλα, κατέχει επί δεκαετίες ευρωπαϊκό έδαφος στην Κύπρο.
Είναι, λοιπόν, αδιανόητο μία χώρα με τέτοιες ενεργές διεκδικήσεις να αποκτήσει αυξημένη δυνατότητα να επηρεάζει τη συμμαχική αρχιτεκτονική στην ίδια ακριβώς γεωγραφική περιοχή όπου στρέφει τις αναθεωρητικές της αξιώσεις.
Η Ελλάδα έχει θέση;
Μέχρι στιγμής ακούμε από την Αθήνα τις συνηθισμένες διαβεβαιώσεις ότι η Ελλάδα αποτελεί «πυλώνα σταθερότητας», ότι διαθέτει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, ότι δαπανά σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ για την άμυνα και ότι είναι αξιόπιστος σύμμαχος.
Όλα αυτά μπορεί να είναι σωστά.
Δεν αποτελούν, όμως, στρατηγική απάντηση.
Το πραγματικό ερώτημα είναι συγκεκριμένο:
Ποια είναι η επίσημη ελληνική θέση απέναντι στην επιχειρούμενη θεσμική και επιχειρησιακή αναβάθμιση της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ;
Έχει ζητήσει η Αθήνα συγκεκριμένες εγγυήσεις;
Έχει θέσει κόκκινες γραμμές για τις περιοχές ευθύνης, τους επιχειρησιακούς χάρτες και τα σχέδια άμυνας;
Έχει απαιτήσει ισόρροπη ελληνική παρουσία στις κρίσιμες διοικήσεις;
Έχει ενημερωθεί η Βουλή;
Ή θα πάμε στην Άγκυρα για να χειροκροτήσουμε τις γενικές διακηρύξεις περί «συμμαχικής ενότητας», ενώ η Τουρκία θα κατοχυρώνει έναν ακόμη γεωπολιτικό ρόλο;
Η Ελλάδα διαθέτει δικαίωμα συναίνεσης – Αρκεί να το χρησιμοποιήσει
Οι σημαντικές αποφάσεις του ΝΑΤΟ λαμβάνονται με συναίνεση.
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να παρακολουθεί παθητικά.
Μπορεί και οφείλει να απαιτήσει:
Πρώτον, καμία νέα στρατιωτική ή διοικητική αρμοδιότητα να μη δημιουργεί άμεσο ή έμμεσο πλεονέκτημα της Τουρκίας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Δεύτερον, όλοι οι νατοϊκοί χάρτες, τα επιχειρησιακά σχέδια και τα σενάρια ασκήσεων να μην ενσωματώνουν ή να νομιμοποιούν τουρκικές διεκδικήσεις.
Τρίτον, η ελληνική συναίνεση να συνδέεται με ρητές εγγυήσεις σεβασμού της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων όλων των συμμάχων.
Τέταρτον, να υπάρξει ισχυρή ελληνική παρουσία στα στρατηγεία, στα κέντρα σχεδιασμού και στους μηχανισμούς διοίκησης που αφορούν τη Νότια Πτέρυγα και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πέμπτον, να γίνει σαφές ότι δεν μπορεί μία χώρα να επικαλείται τη συμμαχική αλληλεγγύη απέναντι σε τρίτους, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον άλλου κράτους-μέλους.
Η σιωπή δεν είναι ψυχραιμία – Είναι παραχώρηση χώρου
Η Τουρκία προετοιμάζεται εδώ και χρόνια.
Χτίζει στρατηγεία, αναλαμβάνει αποστολές, επενδύει στην αμυντική βιομηχανία, παρουσιάζει τον εαυτό της ως εγγυητή της Μαύρης Θάλασσας, συνομιλεί με τη Μόσχα, στηρίζει την Ουκρανία όταν τη συμφέρει και χρησιμοποιεί κάθε διεθνή κρίση για να αυξήσει τη διαπραγματευτική της αξία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να εμφανιστεί στη Σύνοδο της Άγκυρας σαν απλός παρατηρητής.
Ούτε αρκεί να δηλώνει μετά τις αποφάσεις ότι «παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις».
Οι εξελίξεις δεν παρακολουθούνται.
Διαμορφώνονται.
Και όταν η Άγκυρα διεκδικεί κεντρικό ρόλο στο νέο ΝΑΤΟ, η Αθήνα οφείλει να απαντήσει πριν δημιουργηθούν τα τετελεσμένα – όχι όταν θα είναι πλέον αργά για να τα ανατρέψει.
Γιατί στο ΝΑΤΟ, όπως και παντού στη γεωπολιτική, το κενό δεν μένει ποτέ κενό.
Το καταλαμβάνει εκείνος που έχει σχέδιο.
Και αυτή τη στιγμή η Τουρκία δείχνει ότι έχει.
Η Ελλάδα έχει;
