Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου που το συναντάς παντού.
Όταν είναι πεσμένος, ζητά χέρια να τον σηκώσουν.
Όταν είναι μόνος, ζητά παρέα.
Όταν φοβάται, ζητά στήριξη.
Όταν όλα γύρω του γκρεμίζονται, θυμάται φίλους, συνεργάτες, συγγενείς και ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα του χωρίς ανταλλάγματα.
Μόλις όμως σηκωθεί, μόλις αποκτήσει δύναμη, θέση, χρήματα ή δημόσια εικόνα, παθαίνει ξαφνικά αμνησία.
Δεν θυμάται ποιος τον κράτησε όρθιο.
Δεν θυμάται ποιος τον υπερασπίστηκε όταν όλοι οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί.
Δεν θυμάται ποιος έβαλε πλάτη όταν το κόστος ήταν πραγματικό και τα φώτα σβηστά.
Θυμάται μόνο τους καινούργιους.
Εκείνους που εμφανίστηκαν όταν το τραπέζι είχε ήδη στρωθεί.
Εκείνους που πλησίασαν όταν υπήρχε εξουσία, προβολή, επιρροή και όφελος.
Εκείνους που δεν ήταν παρόντες στην ανηφόρα, αλλά διεκδικούν την πρώτη θέση στη φωτογραφία της κορυφής.
Αυτό δεν είναι εξέλιξη.
Είναι αχαριστία.
Τον άνθρωπό σου δεν τον πετάς όταν σηκώνεσαι. Δεν τον ξεχνάς επειδή τώρα έχεις πρόσβαση σε πιο «χρήσιμες» γνωριμίες. Δεν τον κρύβεις επειδή δεν ταιριάζει στη νέα σου εικόνα. Δεν τον αντικαθιστάς με εκείνους που σήμερα σε χειροκροτούν, αλλά αύριο θα εξαφανιστούν μόλις αλλάξει ο άνεμος.
Οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα μας στις δύσκολες μέρες δεν είναι παλιό προσωπικό που απολύεται μόλις έρθουν καλύτερα αποτελέσματα.
Είναι η μνήμη μας.
Είναι η διαδρομή μας.
Είναι η απόδειξη ότι κάποτε δεν ήμασταν τόσο ισχυροί όσο παριστάνουμε σήμερα.
Και ίσως αυτό ακριβώς να ενοχλεί κάποιους.
Οι παλιοί άνθρωποι γνωρίζουν ποιοι πραγματικά ήμασταν πριν από τους τίτλους, τις καρέκλες και τα χειροκροτήματα. Γνωρίζουν τις αδυναμίες, τις ήττες, τις ανασφάλειες και τις νύχτες που δεν υπήρχε κανείς άλλος.
Γι’ αυτό και αρκετοί, μόλις ανεβαίνουν, προσπαθούν να διαγράψουν τους ανθρώπους που θυμούνται την αλήθεια τους.
Θέλουν γύρω τους μόνο καινούργια πρόσωπα. Πρόσωπα που γνωρίζουν τη βιτρίνα, όχι την αποθήκη. Που βλέπουν το αποτέλεσμα, όχι το κόστος. Που χειροκροτούν τη θέση, όχι τον άνθρωπο.
Μόνο που υπάρχει μια λεπτομέρεια.
Όποιος ξεχνά εκείνους που τον στήριξαν όταν δεν είχε τίποτα, αργά ή γρήγορα θα μείνει μόνος όταν θα χάσει αυτά που απέκτησε.
Γιατί οι χειροκροτητές της επιτυχίας είναι πολλοί.
Οι σύντροφοι της αποτυχίας είναι ελάχιστοι.
Και αυτοί οι ελάχιστοι δεν αγοράζονται.
Δεν δημιουργούνται με δημόσιες σχέσεις.
Δεν εμφανίζονται με ένα τηλεφώνημα.
Δεν προσλαμβάνονται όταν αρχίσει η καταιγίδα.
Χτίζονται μέσα στα χρόνια, στις δυσκολίες, στις συγκρούσεις και στις στιγμές που δεν υπήρχε κανένα προσωπικό όφελος.
Γι’ αυτό, όταν σηκώνεσαι, κοίτα πίσω.
Όχι για να μείνεις στο παρελθόν.
Αλλά για να δεις ποιος έσπρωχνε όταν εσύ δεν μπορούσες να περπατήσεις.
Αυτόν τον άνθρωπο δεν τον πετάς.
Τον θυμάσαι.
Τον τιμάς.
Τον κρατάς κοντά σου.
Γιατί η πραγματική επιτυχία δεν μετριέται μόνο από το πόσο ψηλά ανέβηκες.
Μετριέται και από το πόσους ανθρώπους δεν πρόδωσες μέχρι να φτάσεις εκεί.

